Η παράτυπη είσοδος στη Θέουτα έως και 80.000 επίδοξων μεταναστών από το Μαρόκο, στα τέλη Ιουλίου, προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις στην Ευρώπη και εξακολουθεί να φέρνει αντιμέτωπες τη Μαδρίτη και τη Ρώμη – τις τελευταίες ημέρες, όμως, η πολιτική μάχη για το μεταναστευτικό έχει μεταφερθεί και στην ισπανική τοπική πολιτική, με την αυτόνομη κυβέρνηση της Θέουτα και την κεντρική κυβέρνηση στη Μαδρίτη να έρχονται για πρώτη φορά σε ανοιχτή ρήξη.
Οπως σχολιάζει χαρακτηριστικά η «El Pais», τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ στη Θέουτα από το 2021, την προηγούμενη φορά που η αυτόνομη πόλη βρέθηκε αντιμέτωπη με μία παρόμοια ανθρωπιστική κρίση, μετά την είσοδο χιλιάδων μεταναστών.
Τότε, η συνεργασία και οι καλές σχέσεις μεταξύ κεντρικής και αυτόνομης κυβέρνησης ήταν δεδομένες. Επικεφαλής της δεύτερης είναι εδώ και 25 χρόνια ο Χουάν Χεσούς Βίβας, ένα μέλος του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος που ανέκαθεν ξεχώριζε με τον διαφορετικό του λόγο, επέλεγε τη συνεργασία με τη Μαδρίτη και απέρριπτε κατηγορηματικά το ακροδεξιό Vox και την ξενοφοβική ρητορική του. Αυτή τη φορά, όμως, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά.
Ο Βίβας σκλήρυνε σταδιακά τη στάση του, μέχρι που τη Δευτέρα ξέσπασε, απειλώντας να προσφύγει στη Δικαιοσύνη για την «αδράνεια» της κυβέρνησης. Εφτασε, μάλιστα, σε σημείο να αφήσει να εννοηθεί πως η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ ενδέχεται να καθυστερεί τη λήψη αποφάσεων ώστε να μην ενοχλήσει το Μαρόκο.
Λίγο μετά, βέβαια, ο Βίβας συναντήθηκε στη Θέουτα με την Ελμα Σάιθ, υπουργό Ενταξης, Κοινωνικής Ασφάλισης και Μετανάστευσης, και οι δύο πλευρές συμφώνησαν να διαμορφώσουν τέσσερις νέους χώρους φιλοξενίας για 1.500 ανθρώπους, με δυνατότητα επέκτασής τους τις επόμενες ημέρες, ώστε να αρχίσει να παρέχεται αξιοπρεπής φιλοξενία στους μετανάστες που περιφέρονται στην πόλη και κοιμούνται στην παραλία ή σε βιομηχανικές περιοχές. Αλλά η συμφωνία αυτή δεν αρκεί για να εκτονωθεί πλήρως η ασυνήθιστη πολιτική ένταση μεταξύ των δύο πλευρών, οι οποίες δεν συμφωνούν καν στον αριθμό των μεταναστών που παραμένουν στη Θέουτα.
Η κυβέρνηση Σάντσεθ τους υπολογίζει σε περίπου 8.000. Από αυτούς, όμως, εκτιμά πως περίπου 5.000 – 2.500 ανήλικοι και 2.500 εν δυνάμει αιτούντες άσυλο – μπορούν να παραμείνουν στην Ισπανία, ενώ για περίπου 3.000 προβλέπεται διαδικασία επιστροφής.
Η τοπική κυβέρνηση, από την πλευρά της, εκτιμά πως παραμένουν στη Θέουτα 8.000-12.000 μετανάστες, μεταξύ των οποίων περίπου 3.000 ασυνόδευτοι ανήλικοι, από τους οποίους μόλις οι μισοί φιλοξενούνται σε εξειδικευμένες δομές. Οταν μεταφερθούν ακόμη 1.500 στα νέα κέντρα φιλοξενίας, σημειώνει, χιλιάδες θα εξακολουθούν να βρίσκονται στους δρόμους της πόλης. Και μαζί τους, θα παραμείνουν και τα προβλήματα που καταγγέλλουν οι κάτοικοι της Θέουτα: από τη μία, το ζήτημα της ασφάλειας, με νέες καταγγελίες για κλοπές, συμπλοκές μεταξύ μεταναστών και φασαρίες· από την άλλη, το υγειονομικό ζήτημα, καθώς το μοναδικό νοσοκομείο δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στον αυξανόμενο αριθμό περιστατικών, ενώ υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης ασθενειών λόγω των κακών συνθηκών υγιεινής στις οποίες αναγκάζονται να ζουν οι μετανάστες.
Ο Βίβας έχει επικεντρωθεί σε έναν στόχο: να φύγουν το συντομότερο δυνατό από τη Θέουτα όλοι όσοι μπήκαν παράτυπα στα τέλη Ιουλίου. «Εκείνο που δεν έχει κανένα νόημα είναι να συνεχίσουμε να τους φερόμαστε άσχημα, περιμένοντας να φύγουν, να τους αφήνουμε εγκαταλελειμμένους στις παραλίες περιμένοντας να αποφασίσουν να επιστρέψουν, γιατί πολλοί από αυτούς δεν πρόκειται να το κάνουν, είτε επειδή έχουν ζητήσει άσυλο είτε επειδή περιμένουν κάποια διοικητική απόφαση. Πρέπει να τους παρέχουμε ανθρωπιστική φροντίδα.
Πρέπει να τους φροντίσουμε προς όφελος όλων», αντέτεινε κυβερνητικό στέλεχος. Η Μαδρίτη εκτιμά ότι ο Βίβας ανεβάζει υπερβολικά τους τόνους υπό το βάρος μιας έντονης κοινωνικής και πολιτικής πίεσης: το Λαϊκό Κόμμα, αντιμέτωπο καθώς είναι με τον ανταγωνισμό του Vox, υιοθετεί όλο και σκληρότερη στάση στο μεταναστευτικό λίγους μήνες πριν από τις περιφερειακές, δημοτικές και εθνικές εκλογές. Στη Θέουτα, συνοψίζει η ιταλική «La Repubblica», θα κριθεί το μέλλον της κυβέρνησης Σάντσεθ.