Ρύπανση: Ποιες έξι πόλεις είναι στο κόκκινο

Ανάμεσα στις πιο επιβαρυμένες περιοχές της Ευρώπης από πλευράς ατμοσφαιρικής ρύπανσης βρίσκεται η Ελλάδα. Εξι ελληνικές πόλεις συγκαταλέγονται στο χειρότερο 10% της ευρωπαϊκής κατάταξης ως προς τον κίνδυνο θνησιμότητας εξαιτίας της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, ενώ άλλες οκτώ βρίσκονται πολύ ψηλά στη λίστα. Τα ανησυχητικά αυτά στοιχεία προκύπτουν από πρόσφατη αξιολόγηση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, ο οποίος κατατάσσει 761 ευρωπαϊκές πόλεις με βάση τον εκτιμώμενο κίνδυνο θνησιμότητας λόγω της μακροχρόνιας έκθεσης σε τρεις επικίνδυνους ατμοσφαιρικούς ρύπους, τα λεπτά αιωρούμενα σωματίδια PM₂,₅, το διοξείδιο του αζώτου και το όζον, κατά την περίοδο 2024-2025.

Η εικόνα για την ποιότητα του αέρα στη χώρα μας είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Και αυτό διότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αλλά επεκτείνεται και σε μικρότερες πόλεις: Τα Ιωάννινα, η Λάρισα, τα Τρίκαλα και η Πάτρα συμπληρώνουν την εξάδα.

Τα PM₂,₅ είναι μικροσκοπικά αιωρούμενα σωματίδια που μπορούν να εισχωρήσουν βαθιά στο αναπνευστικό σύστημα και συνδέονται με καρδιαγγειακά και αναπνευστικά νοσήματα. Οπως επισημαίνει μιλώντας στα «ΝΕΑ» ο φυσικός- μετεωρολόγος και μέλος της επιστημονικής ομάδας του Climatebook, Σταύρος Ντάφης, ο οποίο επεξεργάστηκε τα στοιχεία, «παρότι η βιομηχανική δραστηριότητα στην Ελλάδα έχει μειωθεί, οι ρύποι μένουν σταθεροί ή και αυξάνονται». Το διοξείδιο του αζώτου προέρχεται κυρίως από διεργασίες καύσης, με σημαντική συνεισφορά της οδικής κυκλοφορίας, ενώ το όζον σχηματίζεται στην ατμόσφαιρα μέσω φωτοχημικών αντιδράσεων, προσθέτει. Ο ίδιος εξηγεί ότι η παλαιότητα του στόλου των ιδιωτικών οχημάτων, η πλημμελής συντήρησή τους – η οποία έχει επιδεινωθεί εξαιτίας της οικονομικής κρίσης – και η κυκλοφορία οχημάτων ντίζελ επιβαρύνουν την κατάσταση.

Πηγές ρύπανσης

Σημαντικές πηγές ρύπανσης στις ελληνικές πόλεις αποτελούν, επίσης, η οικιακή θέρμανση, ιδιαίτερα η καύση ξύλου και πέλετ καθώς και η ανεπαρκής συντήρηση των συστημάτων θέρμανσης. Στις πηγές αυτές προστίθεται, σε εποχική βάση, και η καύση γεωργικών υπολειμμάτων. «Την 1η Νοεμβρίου λήγει η αντιπυρική περίοδος. Κάθε χρόνο, το πρώτο πενθήμερο του Νοεμβρίου, είναι εντυπωσιακό το πώς οι δορυφορικές εικόνες πάνω από την Ελλάδα γεμίζουν με καπνό από τις γεωργικές καύσεις, ειδικά στον θεσσαλικό κάμπο και τη Μακεδονία. Αυτό συμβαίνει μόνο στα Βαλκάνια», σχολιάζει ο Σταύρος Ντάφης.

Στην αξιολόγηση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος περιλαμβάνονται 14 ελληνικές πόλεις. Στη χειρότερη θέση βρίσκονται τα Ιωάννινα – στην 754η θέση μεταξύ 761 πόλεων -και ακολουθούν η Αθήνα (745η), η Θεσσαλονίκη (729η), η Λάρισα (726η), τα Τρίκαλα (697η), η Πάτρα (696η). Στη συνέχεια, το Ηράκλειο, οι Σέρρες, ο Βόλος, η Κατερίνη, η Καβάλα, η Καλαμάτα, η Ξάνθη και τα Χανιά. Και οι 14 ελληνικές πόλεις περιλαμβάνονται στο χειρότερο 30% των ευρωπαϊκών πόλεων ως προς τον εκτιμώμενο κίνδυνο θνησιμότητας.

Και όλα αυτά ενώ δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για όλες τις ελληνικές πόλεις. Οι επίγειοι σταθμοί δεν καλύπτουν ομοιόμορφα όλες τις περιοχές, ενώ η συστηματική λειτουργία και η βαθμονόμησή τους είναι απαραίτητες για την αξιοπιστία των μετρήσεων. «Για παράδειγμα στην Αμφισσα υπάρχει σταθμός το υπουργείου Περιβάλλοντος αλλά λειτουργεί το 20% των ημερών. Ετσι μας λείπει το 80% των δεδομένων», λέει ο Σταύρος Ντάφης.

Οι παρεμβάσεις

Πώς, όμως, εξηγείται το γεγονός ότι οι μικρότερες ελληνικές πόλεις εμφανίζουν πιο δυσμενή αποτελέσματα; «Στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη έχουν γίνει ορισμένες παρεμβάσεις για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα. Στις μικρότερες πόλεις δεν έχει δοθεί η ίδια έμφαση», σημειώνει ο Σταύρος Ντάφης. Υπάρχουν, ωστόσο, κι άλλες παράμετροι που παίζουν ρόλο. «Στα Ιωάννινα δεν υπήρχε φυσικό αέριο, η σύνδεση ξεκίνησε το 2025. Στον Βόλο υπάρχει φυσικό αέριο αλλά η γεωμορφολογία της πόλης είναι τέτοια που ευνοεί τον εγκλωβισμό των ρύπων κοντά στο έδαφος. Στη Λάρισα, όπου έχουμε μια κλειστή πεδιάδα, οι χειμερινές αναστροφές της θερμοκρασίας προκαλούν επεισόδια αυξημένης ρύπανσης, ιδιαίτερα τις βραδινές ώρες, όταν συνυπάρχουν οι εκπομπές από τη θέρμανση και τα οχήματα», εξηγεί.

Η ανησυχία δεν αφορά μόνο τις συγκεντρώσεις των ρύπων, αλλά και τις επιπτώσεις τους στην υγεία. Σύμφωνα με πρόσφατες εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, το 95% των κατοίκων των ευρωπαϊκών πόλεων εκτίθεται σε συγκεντρώσεις ατμοσφαιρικών ρύπων πάνω από τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Για το 2023, ο Οργανισμός εκτίμησε ότι στην Ευρωπαϊκή Ενωση θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί 182.000 θάνατοι που αποδίδονται στην έκθεση σε PM₂,₅, 63.000 θάνατοι που συνδέονται με το όζον και 34.000 με το διοξείδιο του αζώτου, εάν οι συγκεντρώσεις είχαν μειωθεί στα επίπεδα των συστάσεων του ΠΟΥ.

Στις καλύτερες θέσεις της κατάταξης βρίσκονται το Οουλου της Φινλαδίας και η Ουψάλα της Σουηδίας και τον μεγαλύτερο εκτιμώμενο κίνδυνο αντιμετωπίζουν το Μιλάνο της Ιταλίας και το Σλαβόνσκι Μπροντ της Κροατίας.

Μικρή βελτίωση

«Το ανησυχητικό όσον αφορά τα στοιχεία της Ελλάδας είναι ότι, ναι μεν, παρατηρείται μια μικρή βελτίωση στα επίπεδα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης σε σύγκριση με τις δεκαετίες του 1980, του 1990 και του 2000, ωστόσο αυτή αφορά κυρίως τα μεγάλα αστικά κέντρα και είναι αμελητέα σε σχέση με τη μείωση που καταγράφεται στις άλλες ευρωπαϊκές πόλεις», λέει ο Σταύρος Ντάφης. «Για παράδειγμα το Παρίσι που είναι μια μεγαλούπολη, εμφανίζει μείωση σχεδόν 50%. Αυτό οφείλεται στο ότι έχουν περιοριστεί τα οχήματα στο κέντρο της πόλης, έχουν εξηλεκτριστεί τα μέσα μαζικής μεταφοράς και, σε έναν βαθμό, τα συστήματα θέρμανσης», αναφέρει. Η υιοθέτηση καλών πρακτικών θα μπορούσε να βοηθήσει και την Ελλάδα. Απαιτούνται συνδυασμένες παρεμβάσεις στη θέρμανση, στις βιομηχανικές εκπομπές και στις δημόσιες συγκοινωνίες, σε συνδυασμό με τη συνεχή παρακολούθηση των ατμοσφαιρικών ρύπων, τη δημοσιοποίηση των δεδομένων και την εντατικοποίηση των ελέγχων».