Πώς μια σπίθα θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολεμική σύρραξη

Η γεωπολιτική σκακιέρα στην Ανατολική Μεσόγειο θυμίζει κινούμενη άμμο, με την Άγκυρα να συντηρεί μια στρατηγική αναθεωρητισμού που δοκιμάζει διαρκώς τις αντοχές της Αθήνας. Οι αναλύσεις αμυντικών ινστιτούτων και στρατιωτικών πηγών συγκλίνουν στο ότι η πιθανότητα μιας στρατιωτικής αναμέτρησης, αν και απευκταία, παραμένει ένα εξεταζόμενο ενδεχόμενο. Μέσα από τρία διακριτά σενάρια, οι αναλυτές χαρτογραφούν πώς μια σπίθα θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολεμική σύρραξη, με τη σύγχρονη πραγματικότητα να προσθέτει έναν νέο, απρόβλεπτο παράγοντα: την «πράσινη» και ενεργειακή αντιπαράθεση στο Αρχιπέλαγος.

Με φόντο την οικολογία και την ενέργεια

Το πρώτο και πλέον επίκαιρο σενάριο αφορά μια ελεγχόμενη, τοπική κρίση με φόντο την οικολογία και την ενέργεια. Η πρόσφατη θεσμοθέτηση «Εθνικών Θαλάσσιων Πάρκων» από την Τουρκία στο Βορειοανατολικό Αιγαίο, ως απάντηση στα αντίστοιχα ελληνικά περιβαλλοντικά έργα, έχει μετατρέψει τα διεθνή ύδατα σε πεδίο υβριδικής επιβολής.

Σε αυτό το σενάριο, η αφορμή δίνεται από την κινητικότητα ενός ελληνικού ερευνητικού σκάφους ή ενός πλοίου πόντισης καλωδίων για τη διασύνδεση υπεράκτιων αιολικών πάρκων. Η Άγκυρα, εφαρμόζοντας το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», παρεμβαίνει με πολεμικά πλοία, ισχυριζόμενη ότι η Αθήνα παραβιάζει τη δική της υφαλοκρηπίδα ή ζώνη ευθύνης. Αν η ελληνική πλευρά αρνηθεί να υποχωρήσει και στείλει ναυτικές ενισχύσεις για προστασία, η κατάσταση κλιμακώνεται ακαριαία. Στόχος της Τουρκίας δεν είναι η κατάληψη εδάφους, αλλά η δημιουργία ενός de facto τετελεσμένου που θα εξαναγκάσει την Ελλάδα σε μια διαπραγμάτευση «εφ’ όλης της ύλης» για τη συνδιαχείριση του Αιγαίου.

Εξάπλωση της σύρραξης σε πολλαπλά μέτωπα

Αν ένα «τυπικό» θερμό επεισόδιο που ξεκινήσει από ατύχημα ή στα θαλάσσια πάρκα δεν εκτονωθεί μέσα στις πρώτες 72 ώρες μέσω της διεθνούς διπλωματίας, ο κίνδυνος μετάστασης σε γενικευμένο πόλεμο γίνεται ορατός. Αυτό το δεύτερο σενάριο προβλέπει τη δοκιμασία ολόκληρης της αμυντικής διάταξης της χώρας σε πολλαπλά μέτωπα ταυτόχρονα.

Η σύρραξη εξαπλώνεται από τον Εβρο μέχρι το Καστελλόριζο. Στο Αιγαίο, οι επιχειρήσεις περιλαμβάνουν μαζικές αεροπορικές προσβολές, ναυμαχίες και χρήση πυραυλικών συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς κατά κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών. Ταυτόχρονα, εκδηλώνονται αποβατικές ενέργειες σε ελληνικά νησιά. Στο μέτωπο του Εβρου, η αναμέτρηση μετατρέπεται σε μια κλασική, πλην αιματηρή, μάχη φθοράς με χρήση βαρέος πυροβολικού, αρμάτων μάχης και σμηνών από drones. Σε μια τέτοια ολοκληρωτική σύγκρουση, καθοριστικό ρόλο δεν παίζουν μόνο τα οπλικά συστήματα, αλλά η αντοχή του ανθρώπινου δυναμικού, η επάρκεια των αποθεμάτων πυρομαχικών και η ψυχική ανθεκτικότητα της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στα πλήγματα.

Τουρκικές προκλήσεις στην Κύπρο με εμπλοκή της Ελλάδας

Το τρίτο σενάριο μετατοπίζει το κέντρο βάρους εκτός των ελληνοτουρκικών συνόρων, αναδεικνύοντας την Κύπρο ως την «θρυαλλίδα» της περιοχής. Μια νέα κρίση στη Μεγαλόνησο, λόγω τουρκικών προκλήσεων στη νεκρή ζώνη ή μονομερών ενεργειών στην κυπριακή ΑΟΖ, λειτουργεί ως έναυσμα. Μια τουρκική επιθετική ενέργεια στη Λευκωσία αναγκάζει την Αθήνα να ενεργοποιήσει το δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου, καθώς η αδράνεια θα σήμαινε την πλήρη γεωπολιτική υποταγή της Κύπρου. Η ελληνική στρατιωτική απάντηση για την υποστήριξη της Εθνικής Φρουράς μεταφέρει αυτόματα την πολεμική ένταση πίσω στο Αιγαίο και τον Εβρο. Πρόκειται για το πιο περίπλοκο σενάριο, καθώς η γεωγραφική απόσταση της Κύπρου δυσχεραίνει την άμεση υποστήριξη, ενώ η εμπλοκή τρίτων χωρών και των Ηνωμένων Εθνών περιπλέκει τη διπλωματική διαχείριση. Παρεμφερές σενάριο υπάρχει πλέον και έπειτα από χτύπημα του Ισραήλ στα κατεχόμενα της Κύπρου.

Είτε πρόκειται για μια «οικολογική» προβοκάτσια σε ένα αιολικό πάρκο, είτε για μια γενικευμένη ανάφλεξη, η αποτρεπτική ισχύς των ενόπλων δυνάμεων και η διπλωματική ετοιμότητα αποτελούν το μοναδικό ανάχωμα. Η κατανόηση αυτών των σεναρίων επιτρέπει στην Αθήνα να μην αιφνιδιαστεί, μετατρέποντας την εγρήγορση σε εγγύηση ειρήνης.

«Θα στείλουμε φρεγάτες και F-16 όπου απαιτηθεί…»

Ψυχραιμία, διπλωματική αυτοπεποίθηση, αλλά και απόλυτη επιχειρησιακή ετοιμότητα εκπέμπει η πολιτική ηγεσία, στέλνοντας σαφές μήνυμα προς την Αγκυρα ότι η ελληνική στρατηγική δεν ετεροπροσδιορίζεται από τις τουρκικές αντιδράσεις. Σε μια περίοδο όπου η κινητικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο επαναφέρει στο προσκήνιο τις πάγιες προκλήσεις της γείτονος, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης οριοθέτησαν με ακρίβεια τις «κόκκινες γραμμές» αλλά και το πλαίσιο του διμερούς διαλόγου.

Με έμφαση στη διπλωματική στρατηγική κινήθηκε ο Γιώργος Γεραπετρίτης, στέλνοντας εκ νέου μήνυμα ετοιμότητας. «Θα απαντήσουμε στις προκλήσεις και θα απαντήσουμε από θέση ισχύος», ανέφερε (στο Open), ενώ όταν ρωτήθηκε εάν η χώρα μας βρεθεί αντιμέτωπη με ένα νέο επεισόδιο όπως εκείνο στην Κάσο (για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης με την Κύπρο), τόνισε: «Η Ελλάδα έχει αποδείξει πως μπορεί να στέλνει φρεγάτες και F-16, όπου αυτό απαιτείται. Ναι, αν χρειαστεί, βεβαίως θα υπάρξει και η φρεγάτα και θα υπάρξουν και τα αναβαθμισμένα F-16». Ο ίδιος πρόσθεσε ότι η αποκλιμάκωση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν υπήρξε ποτέ αυτοσκοπός, αλλά ένα μέσο για τη διαμόρφωση μιας λειτουργικής σχέσης μεταξύ των δύο χωρών. «Η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να συνομιλεί με την Τουρκία, καθώς με κάθε γείτονα οφείλουμε να συνομιλούμε… Τα ήρεμα νερά δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση ότι έχουμε οποιαδήποτε υποχώρηση από τις βασικές εθνικές μας θέσεις», ήταν το δικό του μήνυμα.

H διπλή στρατηγική έναντι της Άγκυρας

Η αναφορά Γεραπετρίτη στη διπλή στρατηγική τού «συνομιλούμε και καταγγέλλουμε» αναδεικνύει τον ρεαλιστικό χαρακτήρα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, όπως επισημαίνεται από κυβερνητικές πηγές. Η διατήρηση των διαύλων επικοινωνίας θεωρείται από την ελληνική πλευρά ως το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για την αποσυμπίεση των κρίσεων και την αποφυγή ενός τυχαίου, πλην επικίνδυνου, ατυχήματος στο πεδίο. Την ίδια στιγμή όμως, η Αθήνα ξεκαθαρίζει ότι ο διάλογος δεν σημαίνει ανοχή. Κάθε τουρκική παρανομία ή πρόκληση θα συνεχίσει να αναδεικνύεται και να καταγγέλλεται διεθνώς, εκθέτοντας την Αγκυρα στους διεθνείς οργανισμούς και στους συμμάχους της χώρας.

«Δεν συζητάμε τίποτα πέραν υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ»

Το στίγμα της ελληνικής στάσης έδωσε λίγο αργότερα χθες και ο Πρωθυπουργός, κατά την εισήγησή του στο Υπουργικό Συμβούλιο. «Οι εξ ανατολών αντιδράσεις που ακολουθούν τις δικές μας δράσεις δεν επηρεάζουν τον σχεδιασμό μας. Οι περιοχές ελληνικής κυριαρχίας προκύπτουν από το Διεθνές Δίκαιο και είμαστε έτοιμοι να τις προασπίσουμε ανά πάσα στιγμή», ανέφερε, ενώ πρόσθεσε: «Θέλουμε καλές σχέσεις γειτονίας με την Τουρκία. Δεν συζητούμε, όμως, τίποτα πέραν της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο».

Κατά τις ίδιες πηγές, η ελληνική κυβέρνηση στέλνει ξεκάθαρο μήνυμα προς τη διεθνή κοινότητα ότι η Ελλάδα παραμένει ένας αξιόπιστος εταίρος και πυλώνας σταθερότητας στην περιοχή, που κινείται αυστηρά εντός των κανόνων νομιμότητας, ενώ προς την Τουρκία καθιστά σαφές ότι η επιθυμία για ειρηνική συνύπαρξη και διάλογο δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εκλαμβάνεται ως αδυναμία.

Ελληνική ασπίδα μετά τις νέες ιρανικές απειλές στη Βουλγαρία

Σε κατάσταση ετοιμότητας βρίσκεται η Αθήνα, προκειμένου να παράσχει εκ νέου αντιβαλλιστική και αντιαεροπορική προστασία στη Βουλγαρία. Η κίνηση αυτή κρίθηκε αναγκαία έπειτα από τις νέες απειλές που εξαπέλυσε η Τεχεράνη κατά της Σόφιας, εντείνοντας την ανησυχία για την περιφερειακή σταθερότητα. Το υπουργείο Εθνικής Αμυνας εμφανίζεται πρόθυμο να ανταποκριθεί άμεσα σε ενδεχόμενο επίσημο αίτημα της γειτονικής χώρας, επαναλαμβάνοντας την επιτυχημένη επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε μερικούς μήνες πριν.Το επιχειρησιακό σχέδιο προβλέπει τη στρατηγική μετακίνηση συστημάτων Patriot στο βόρειο τμήμα της ελληνικής επικράτειας, καθώς και τη συνδρομή ελληνικών μαχητικών αεροσκαφών F-16. Βασικός στόχος είναι η θωράκιση του βουλγαρικού εναέριου χώρου αλλά και η διασφάλιση των κρίσιμων υποδομών του. Παράλληλα, η διάταξη αυτή προσφέρει προστασία στις στρατηγικές εγκαταστάσεις της Αλεξανδρούπολης, η οποία αποτελεί κομβικό σημείο μεταφορών και ενέργειας.