Πυρκαγιές: Το αόρατο αποτύπωμα στα παιδιά και τους εφήβους

Οι φυσικές καταστροφές, όπως π.χ. οι πυρκαγιές, εκδηλώνονται πια παγκοσμίως ολοένα και συχνότερα και με μεγαλύτερη ένταση. To ψυχικό τραύμα που προέρχεται απ’ αυτές διαφέρει από άλλα τραύματα λόγω των πολλαπλών επιπτώσεων, της μακροχρόνιας φύσης τους και της μαζικής θυματοποίησης, ψυχικής και σωματικής, που προκαλεί στους ανθρώπους. Τα παιδιά και οι έφηβοι αποτελούν από τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς λόγω έλλειψης εμπειρίας και μηχανισμών αντιμετώπισης τέτοιων συμβάντων.

Αν και περιορισμένες σε αριθμό, μελέτες – και ανασκοπήσεις τους – δείχνουν πως παιδιά και έφηβοι έπειτα από πυρκαγιές εκδηλώνουν συχνά διαταραχή μετατραυματικού στρες (ΔΜΤΣ) ή συμπτώματα αυτού όπως π.χ. επαναβίωσης, αποφυγής και υπερεγρήγορσης, αρνητικές σκέψεις και διάθεση. Επιπλέον, συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης, φόβου, αποσύνδεσης, χρήση ουσιών, προβλήματα συμπεριφοράς, χαμηλή αυτοεκτίμηση, κακή ποιότητα ζωής, ακόμα και αυτοκτονικότητα. Συχνά η ΔΜΤΣ συνοδεύεται από υψηλά ποσοστά κατάθλιψης και πένθους, τραυματικού ή μη.

Ενώ όμως αρχικά σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού αναστατώνεται ψυχικά, οι περισσότεροι προοδευτικά επανέρχονται στην πρότερη κατάστασή τους, επιδεικνύοντας ψυχική ανθεκτικότητα (resilience). Ωστόσο για ένα, όχι ασήμαντο, ποσοστό συνανθρώπων μας που συνεχίζει να έχει προβλήματα ψυχικής υγείας, ακόμα και πολλούς μήνες ή χρόνια μετά το συμβάν, υπάρχουν τεκμηριωμένα αποτελεσματικές ψυχοθεραπείες εστιασμένες στο τραύμα με ευεργετικές επιδράσεις στην εγκεφαλική λειτουργία και τη νευρογένεση.

Τα υψηλά ποσοστά ψυχικής νοσηρότητας αφορούν πυρκαγιές εξαιτίας φυσικών καταστροφών αλλά και βιομηχανικών δυστυχημάτων, πυρκαγιών σε χώρους διασκέδασης κ.λπ. Για παράδειγμα, έπειτα από μεγάλη πυρκαγιά σε καφέ του Volendam Ολλανδίας (2001), με θύματα εφήβους, οι σημαντικές ψυχικές επιπτώσεις ήταν παρόμοιες στα θύματα και τους συμμαθητές τους. Σ’ άλλη μεγάλη πυρκαγιά σε ντίσκο του Göteborg Σουηδίας (1998), με θύματα πάλι εφήβους, βρέθηκαν μετά 18 μήνες υψηλά ποσοστά (25%) ΔΜΤΣ, ενώ 23% των νεαρών διέκοψαν το σχολείο ή έχασαν τάξη. Μια ενδιαφέρουσα μελέτη 25 χρόνια έπειτα από μια μεγάλη πυρκαγιά σε ξενοδοχείο του Boras Σουηδίας (1978) αποκάλυψε πως για περισσότερα από τα μισά θύματα το συμβάν είχε καθοριστική επίδραση στη ζωή τους.

Τι έδειξαν οι ελληνικές μελέτες

Δική μας μελέτη σε ανηλίκους 4 μήνες μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές της Λακωνίας (2007), ανέδειξε τα υψηλά ποσοστά συμπτωμάτων ΔΜΤΣ, κατάθλιψης και άγχους (45%, 34% και 32%, αντίστοιχα). Πρόσφατα (2025) δημοσιευμένη μελέτη μας για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι (2018) έδειξε πως 10 μήνες μετά την τραγωδία, ποσοστό 44,5% των εφήβων είχε συγκεντρώσει κλινικά σημαντική βαθμολογία για εκδήλωση ΔΜΤΣ. Και στις δύο μελέτες εντοπίσαμε συγκεκριμένες εμπειρίες έκθεσης στο γεγονός (απειλή για τη ζωή αγαπημένου προσώπου, αποχωρισμός από γονέα κ.λπ.) που συνδέονταν με υψηλότερο κίνδυνο νόσησης.

Συμπερασματικά, οι μελέτες που αφορούν τις ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις πυρκαγιών είναι σχετικά περιορισμένες. Ωστόσο, συμφωνούν στις άμεσες και μακροχρόνιες ψυχικές επιπτώσεις στους ανηλίκους, καθώς επίσης και στην ανάγκη οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων να σχεδιάζουν την απόκρισή τους. Το κράτος οφείλει να είναι μονίμως προετοιμασμένο έπειτα από μεγάλα τραυματικά συμβάντα, όπως οι πυρκαγιές, προκειμένου με τις εξειδικευμένες υπηρεσίες του α) να ανιχνεύει (screening) στα σχολεία την έκταση και το είδος των ψυχικών επιπτώσεων και β) να παρέχει με σωστή οργάνωση τις δέουσες θεραπευτικές παρεμβάσεις για την αποφυγή χρονίων μετατραυματικών αντιδράσεων και δευτεροπαθούς κατάθλιψης.

Σε κάθε περίπτωση, η παρουσία στο πλευρό των παιδιών ενηλίκων που τα φροντίζουν κατά τη διάρκεια και ύστερα από ένα μείζον στρεσογόνο γεγονός, αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα προστασίας. Η υποστήριξη, η ανοικτή επικοινωνία και η ευαισθησία στις ανάγκες των παιδιών, διευκολύνουν την υγιή διεργασία και επίλυση θεμάτων που σχετίζονται με την καταστροφή. Οι γονείς και κηδεμόνες βοηθούν εάν παραμένουν οι ίδιοι ήρεμοι, ακούνε τα παιδιά τους και τους μεταδίδουν αίσθημα ασφάλειας, προστασίας και ελπίδας, τους εξηγούν χωρίς σύνθετες λεπτομέρειες τα γεγονότα, διατηρούν κατά το δυνατό τις καθημερινές ρουτίνες, και περιορίζουν την υπερβολική ή και βλαπτική έκθεση στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Oι γονείς ανηλίκων με ψυχοπαθολογία θα πρέπει να αναζητούν βοήθεια από έμπειρους ειδικούς ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων, συμμετέχοντας και οι ίδιοι στις παρεμβάσεις.