Στον αέρα παραμένουν περίπου 43.500 δικαιούχοι του δωρεάν προγράμματος αντιμετώπισης της παχυσαρκίας, με την κυβέρνηση να αναζητά λύση δύο και πλέον μήνες μετά την αιφνιδιαστική διακοπή του και τις δεσμεύσεις για άμεση συνέχισή του. Την ίδια ώρα, οι ασθενείς έχουν αναγκαστεί σε παύση της θεραπείας τους μέχρι νεωτέρας, χωρίς κανείς να τους δίνει σαφή απάντηση.
Νέα δεδομένα, άλλωστε, δημιουργεί η πρόσφατη τοποθέτηση της ηγεσίας του υπουργείου Υγείας ότι το πρόγραμμα για τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας θα επανασχεδιαστεί από την αρχή μέσω του ΕΟΠΥΥ. Μάλιστα, στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης του Οργανισμού θα καλέσει τις δύο φαρμακευτικές εταιρείες που διαθέτουν τα σχετικά σκευάσματα, προκειμένου να ξεκινήσει η διαπραγμάτευση.
Ο υπουργός Υγείας Αδωνις Γεωργιάδης απέδωσε την ανάγκη για νέο σχεδιασμό στην ολοκλήρωση του προγράμματος του Ταμείου Ανάκαμψης, σημειώνοντας παράλληλα ότι έχουν εξασφαλιστεί πόροι για τη συνέχισή του. Εντούτοις, για μία ακόμη φορά, απέφυγε να αναφερθεί σε ένα σαφές χρονοδιάγραμμα.
Υπενθυμίζεται ότι το πρόγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης ολοκληρώθηκε τυπικά στα τέλη Ιουνίου, αφήνοντας ένα χρηματοδοτικό κενό για τους μήνες που μεσολαβούν έως τη δρομολογούμενη, σύμφωνα πάντα με τις σχετικές εξαγγελίες, επανεκκίνησή του με εθνικούς πόρους.
Η εκκρεμότητα δεν θα έπρεπε, πάντως, να αποτελεί έκπληξη για τους σχεδιαστές του προγράμματος. Και αυτό διότι ενώ η δράση ήταν προγραμματισμένο να ξεκινήσει τον περασμένο Σεπτέμβριο, το «πράσινο φως» δόθηκε τελικά τον Δεκέμβριο, παρότι ήταν γνωστό ότι στα τέλη Ιουνίου ολοκληρωνόταν η χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης, υπό την ομπρέλα του οποίου υλοποιήθηκαν τα προγράμματα «Προλαμβάνω».
Σταμάτησαν την αγωγή
Μοιραία, οι ασθενείς βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα δίλημμα, που δεν θα έπρεπε να τους αφορά: να καλύψουν οι ίδιοι το κόστος της θεραπείας τους ή να τη διακόψουν με τον κίνδυνο να χάσουν τα οφέλη που αποκόμισαν. Και παρότι δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία, οι πωλήσεις στα φαρμακεία μαρτυρούν ότι η συντριπτική πλειονότητα των δικαιούχων αναγκάστηκε να σταματήσει την αγωγή. Είναι αξιοσημείωτο, δε, ότι για το ίδιο πρόγραμμα (και συγκεκριμένα για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο) δεν έχουν αποζημιωθεί ούτε οι φαρμακοποιοί, με τους τεχνοκράτες στην οδό Αριστοτέλους να αποδίδουν την καθυστέρηση αυτή σε γραφειοκρατικά κωλύματα.
Το αποτέλεσμα είναι ένα πρόγραμμα που, ενώ σχεδιάστηκε ως οργανωμένη παρέμβαση πρόληψης και θεραπείας, βρίσκεται σήμερα σε μεταβατική φάση, με τους ασθενείς να μη γνωρίζουν πότε και με ποιους όρους θα συνεχίσουν τη θεραπεία τους. Και όλα αυτά, ενώ η παχυσαρκία απαιτεί σταθερή και μακροχρόνια αντιμετώπιση.
Εν τω μεταξύ, ενόσω το υπουργείο Υγείας καλείται να βρει τον τρόπο ώστε να μην επιμηκυνθεί το θεραπευτικό κενό, η επιστημονική κοινότητα θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα, που συνοψίζεται ως εξής: Αρκούν οι οκτώ μήνες θεραπείας για την αντιμετώπιση μιας χρόνιας και υποτροπιάζουσας νόσου όπως η παχυσαρκία;
Υπενθυμίζεται ότι τον περασμένο Δεκέμβριο SMS έλαβαν πολίτες με Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) ≥40 ή με ΔΜΣ 37-40 και συννοσηρότητες, όπως σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, υπνική άπνοια και υπέρταση, οι οποίοι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών. Ωστόσο, το ισχύον πλαίσιο προβλέπει ανώτατο όριο οκτώ συνολικά ιατρικών επισκέψεων και οκτώ συνολικά φαρμακευτικών αγωγών, σχήμα που σύμφωνα με τους ειδικούς δεν επαρκεί κατ’ ανάγκη για όλους τους ασθενείς. Και προσθέτουν ότι η παράταση της θεραπείας πέραν των οκτώ μηνών μπορεί να είναι κλινικά αναγκαία για την επίτευξη και κυρίως τη διατήρηση της απώλειας βάρους και των μεταβολικών οφελών.