«Πονοκέφαλος» για τον Σάντσεθ η κρίση στη Θέουτα – Κερδίζει έδαφος η ισπανική Δεξιά

Σε σοβαρό πολιτικό πονοκέφαλο για την κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ εξελίσσεται η μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα, καθώς έξι εβδομάδες μετά τη μαζική είσοδο δεκάδων χιλιάδων μεταναστών στον ισπανικό θύλακα, η κυβέρνηση εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονη πολιτική και κοινωνική πίεση.

Η κρίση έχει εξελιχθεί σε κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης με τη δεξιά και κυρίως την ακροδεξιά αντιπολίτευση, την ώρα που πλησιάζουν οι επόμενες βουλευτικές εκλογές.

Γιατί παραμένει εγκλωβισμένη η κυβέρνηση

Η πλειονότητα των περισσότερων από 70.000 μεταναστών που εισήλθαν στη Θέουτα στα τέλη Ιουλίου αποχώρησε σχετικά γρήγορα από τον θύλακα. Ωστόσο, χιλιάδες εξακολουθούν να παραμένουν στην περιοχή, συχνά υπό δύσκολες και επισφαλείς συνθήκες.

Η κατάσταση έχει προκαλέσει αντιδράσεις από κατοίκους και σχεδόν καθημερινές διαδηλώσεις, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις έχουν σημειωθεί και σύντομες εξάρσεις βίας.

«Μια τέτοια κρίση δεν μπορεί να επιλυθεί μέσα σε λίγο καιρό» και παράλληλα «φθείρει» την κυβέρνηση, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Χάιμε Φέρι Ντουρά, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Κομπλουτένσε της Μαδρίτης.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να επιταχύνει τις διαδικασίες επιστροφής, όμως κάθε μετανάστης πρέπει πρώτα να ταυτοποιηθεί, ώστε να διαπιστωθεί εάν δικαιούται να υποβάλει αίτημα ασύλου ή εάν πρέπει να επιστραφεί στο Μαρόκο.

Παράλληλα, ιδιαίτερη μεταχείριση απαιτείται για τους ασυνόδευτους ανηλίκους, οι οποίοι υπάγονται σε ειδικό καθεστώς προστασίας.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, Αντόν Λοσάδα, εκτιμά ότι η κυβέρνηση «χρειάστηκε έναν αιώνα για να κινητοποιήσει τους απαραίτητους έκτακτους πόρους» για την αντιμετώπιση της κατάστασης.

Οι προειδοποιήσεις και ο ρόλος του Μαρόκου

Η πολιτική αντιπαράθεση επικεντρώνεται κυρίως σε δύο ερωτήματα: αν η ισπανική κυβέρνηση είχε προειδοποιηθεί για την κρίση και ποιος ήταν ο ρόλος του Μαρόκου.

Σε μια προσπάθεια να ενισχύσει τη θέση της, η κυβέρνηση αποχαρακτήρισε την Τετάρτη 40 έγγραφα που είχαν ανταλλάξει ή διαβιβάσει σε κυβερνητικούς αποδέκτες οι υπηρεσίες πληροφοριών και οι δυνάμεις ασφαλείας πριν και μετά την έναρξη της κρίσης.

Στόχος ήταν να αποδειχθεί, όπως έχει υποστηρίξει επανειλημμένα ο Πέδρο Σάντσεθ, ότι κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει την έκταση της μαζικής εισόδου μεταναστών.

Μεταξύ των εγγράφων περιλαμβάνεται έκθεση του Εθνικού Κέντρου Πληροφοριών της 29ης Ιουλίου, στην οποία γίνεται αναφορά σε διαδικτυακά «καλέσματα» για είσοδο στη Θέουτα. Μία από τις ομάδες στο Facebook που αναφέρονται στην έκθεση αριθμούσε περισσότερα από 160.000 μέλη.

Ωστόσο, πηγή του οργανισμού παραδέχθηκε σε σπάνια ανακοίνωση προς τα μέσα ενημέρωσης ότι δεν είχε προβλεφθεί η έκταση και η φύση των γεγονότων που τελικά εκτυλίχθηκαν.

Ο Σάντσεθ επανέλαβε μετά τη δημοσιοποίηση των εγγράφων ότι «κανείς δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει τη μεταναστευτική κρίση».

Η αντιπολίτευση, ωστόσο, υποστηρίζει ότι τα ίδια έγγραφα αποδεικνύουν πως υπήρχαν προειδοποιήσεις τις οποίες η κυβέρνηση δεν αξιοποίησε επαρκώς.

Στο επίκεντρο το Μαρόκο

Ο Ισπανός πρωθυπουργός έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν διαθέτει απτές αποδείξεις για εμπλοκή του Μαρόκου στη μαζική είσοδο των μεταναστών.

Η θέση αυτή, ωστόσο, φαίνεται να δυσκολεύεται να πείσει τόσο τους πολιτικούς του αντιπάλους όσο και σημαντικό μέρος της ισπανικής κοινής γνώμης. Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, εννέα στους δέκα Ισπανούς θεωρούν το Ραμπάτ υπεύθυνο για την κρίση.

Παράλληλα, η ισπανική Δικαιοσύνη έχει ξεκινήσει έρευνα, επικαλούμενη μεταξύ άλλων στοιχεία που δείχνουν ότι υπήρξε «αδιαμφισβήτητα διαχείριση που ευνόησε τη διαδικασία» εισόδου μεταναστών από το Μαρόκο.

Το Ραμπάτ, από την πλευρά του, διέψευσε επίσημα οποιαδήποτε εμπλοκή στην κρίση, για πρώτη φορά την Πέμπτη.

Το πολιτικό όφελος για το Vox

Η μεταναστευτική κρίση έχει δώσει σημαντική πολιτική ώθηση στο Vox, το ακροδεξιό κόμμα που αποτελεί σήμερα την τρίτη πολιτική δύναμη στην Ισπανία.

Οι μεταναστευτικές κρίσεις αποτελούν παραδοσιακά πεδίο πολιτικής ενίσχυσης για την ευρωπαϊκή ακροδεξιά, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Ιταλία και η Γερμανία, σημειώνει ο Χάιμε Φέρι Ντουρά.

Δημοσκόπηση που δημοσίευσε η El País δείχνει ότι το 63% των ερωτηθέντων θεωρεί πως ο Σάντσεθ διαχειρίστηκε «κακά» ή «πολύ κακά» την κρίση.

Την ίδια ώρα, το Vox θεωρείται από τους ερωτηθέντες ως το κόμμα που είναι «το πιο ικανό να διαχειριστεί το μεταναστευτικό».

Σύμφωνα με το μηνιαίο βαρόμετρο, το Vox καταγράφει και τη μεγαλύτερη άνοδο στην πρόθεση ψήφου μετά την έναρξη της κρίσης, αν και το Λαϊκό Κόμμα (PP) εξακολουθεί να βρίσκεται στην πρώτη θέση.

Μάλιστα, για πρώτη φορά από τις εκλογές του 2023, τα δύο κόμματα συγκεντρώνουν αθροιστικά πάνω από το 50% της πρόθεσης ψήφου.

«Χαριστική βολή» ή ακόμη μία πολιτική μάχη;

Με τις επόμενες βουλευτικές εκλογές να αναμένονται το αργότερο έως τα μέσα του 2027, η αντιπολίτευση επιχειρεί να παρουσιάσει την κρίση στη Θέουτα ως το πλήγμα που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό για τον Σάντσεθ.

Ο Ισπανός πρωθυπουργός έχει ήδη βρεθεί αντιμέτωπος με πολιτικές πιέσεις και δικαστικές υποθέσεις που αφορούν πρόσωπα του οικογενειακού του περιβάλλοντος ή το Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Ωστόσο, ο Αντόν Λοσάδα εκτιμά ότι το πολιτικό κόστος θα είναι «σημαντικό» μόνο εάν η κρίση εξακολουθήσει να παρατείνεται. Αντίθετα, εφόσον η κυβέρνηση καταφέρει να δώσει μια «περισσότερο ή λιγότερο ικανοποιητική» λύση, η υπόθεση μπορεί να μετατραπεί σε ακόμη ένα ζήτημα της δημόσιας συζήτησης.

Ο Χάιμε Φέρι Ντουρά προειδοποιεί, πάντως, κατά οποιασδήποτε πρόωρης εκτίμησης ότι η κρίση σηματοδοτεί το πολιτικό τέλος του Σάντσεθ. Από την ανάληψη της πρωθυπουργίας το 2018, σημειώνει, ο Ισπανός πρωθυπουργός έχει καταφέρει επανειλημμένα να ανατρέψει δύσκολες πολιτικές καταστάσεις.

«Ο Σάντσεθ έχει πάντοτε την ικανότητα να βγάζει έναν άσο από το μανίκι», υπογραμμίζει ο αναλυτής.