Από μόνο του το γεγονός ότι η ταινία «Η φήμη» (Late fame, ΗΠΑ, 2025) ασχολείται με την ποίηση και τη λογοτεχνία στην σύγχρονη Νέα Υόρκη, είναι λόγος αρκετός για να κινήσει το ενδιαφέρον σε κάθε σκεπτόμενο θεατή, αφού στο κάτω κάτω πόσο συχνά βλέπουμε πλέον στο σινεμά ποιητές να διαβάζουν τα ποιήματά τους σε λέσχες ασκώντας ο ένας στον άλλο κριτική για το ύφος ή το περιεχόμενο; Βεβαίως, το παραπάνω είναι το πλαίσιο της ταινίας του Κεντ Τζόουνς, αφού το κυρίως θέμα της «Φήμης» είναι αυτό ακριβώς που δηλώνει ο τίτλος της ταινίας: η διαχείριση της γλύκας της φήμης που προσφέρει η καθυστερημένη αναγνώριση σε έναν ποιητή που δεν κατάφερε ποτέ να τη γευτεί για το έργο του όσο ήταν νέος.
Αυτός ο άνθρωπος, στην ταινία, είναι ένας άσημος υπάλληλος κάποιας ηλικίας. Εργαζόμενος επί σειρά ετών στο ταχυδρομείο, ο Εντ Σαξμπέργκερ (Γουίλεμ Νταφόε) ζει μια ζωή μέσα στη ρουτίνα, σε σημείο που ακόμα και ο ίδιος έχει ξεχάσει την ποιητική συλλογή που εξέδωσε στα χρόνια της δεκαετίας του 1960, όταν είχε από πρώτο χέρι επαφές με τους κύκλους των διάσημων λογοτεχνών της Νέας Υόρκης.
Η ευκαιρία που του προσφέρει ένας νέος κύκλος πολλά υποσχόμενων νεαρών λογοτεχνών με την ονομασία The Enthusiasm Society (H Κοινωνία του Ενθουσιασμού) είναι, για τον ίδιο, πολύτιμη.
Ο Σαξμπέργκερ θα βρεθεί ξαφνικά στη θέση του σοφού γκουρού και θα αδράξει τη νέα μέρα που του προσφέρει την τελευταία ευκαιρία. Ο Τζόουνς, πρώην κριτικός κινηματογράφου και πρώην διευθυντής του New York Film Festival, που ως σκηνοθέτης είναι γνωστός κυρίως από ντοκιμαντέρ κινηματογραφικής θεματολογίας («Hichcock/Truffaut», «Val Lewton: The Man in the Shadows» κ.ά.) στηρίχθηκε αμυδρά σε μια νουβέλα του Αρθουρ Σνίτσλερ γράφοντας το σενάριο της ταινίας του. Αντιμετωπίζει με αγάπη, κατανόηση και με κάπως νοσταλγική διάθεση όλους τους ήρωες αυτής της ασυνήθιστης ταινίας η οποία στηρίζεται εν πολλοίς στη σιωπηλή ενέργεια που πηγάζει από την παρουσία και μόνο του Νταφόε. Αλλά συγχρόνως σου αφήνει και μια βαθιά αίσθηση πίκρας, καθώς αντιλαμβάνεσαι ότι το «δήθεν» το οποίο ο Εντ Σαξμπέργκερ σε όλη του την ζωή πολέμησε, εξακολουθεί να βρίσκεται μπροστά του και να τον πνίγει.
Το τίμημα της αντίστασης
Με την ταινία «Mexico 86» (Γαλλία/ Βέλγιο/Μεξικό, 2024), ο σκηνοθέτης Σεζάρ Ντίαζ – γνωστός από το πολιτικό δράμα «Οι μητέρας μας» – θέλησε να μιλήσει για το καθεστώς της πατρίδας του της Γουατεμάλας στα σκληρά χρόνια των δεκαετιών του 1970 και του 1980. Aξονας της ιστορίας του που αρχίζει στη Γουατεμάλα του 1976 και συνεχίζεται στο Μεξικό δέκα χρόνια αργότερα, είναι το τίμημα της αντίστασης και κεντρικό πρόσωπο η Μαρία (Μπερενίς Μπεζό) μια νεαρή ακτιβίστρια, πολύ καλή στην «υπόγεια διαδρομή» της ως αντιστασιακή που μάχεται κατά του καθεστώτος της χώρας της.
Ωστόσο, λόγω της έκθεσής της, η Μαρία θα χρειαστεί να καταφύγει στο Μεξικό και το τίμημα αυτής της φυγής θα είναι η απομάκρυνσή της από τον λατρεμένο γιο της. Δέκα ολόκληρα χρόνια αργότερα θα συναντηθούν στο Μεξικό, την ώρα που όλα τα βλέμματα του κόσμου είναι στραμμένα στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου που διοργανώνεται στη χώρα. Ολα αυτά καταγράφονται αξιοπρεπώς, σχεδόν «ρεπορταζιακά» και χωρίς ιδιαίτερες φιοριτούρες από τον Ντίαζ που δεν χάνει ποτέ τον στόχο του παρότι πέφτει στην παγίδα της φλυαρίας, κυρίως σε ό,τι έχει σχέση με τις λεπτομέρειες των αποστολών της Μαρία. Εν ολίγοις πάντως, μια ταινία που συνδυάζει ισορροπημένα ένα αθλητικό γεγονός παγκόσμιου χαρακτήρα με το έκρυθμο πολιτικό κλίμα της εποχής διεξαγωγής του.
Αρλεκιν ποιότητας
Αν κάτι μπορείς να πεις με βεβαιότητα για την ιταλική ταινία «Οσα δεν λέγονται» (Le Cose Non Dette, 2026) που προβάλλεται μόνο στη Θεσσαλονίκη και αργότερα θα παιχτεί και στην Αθήνα, είναι ότι δεν λέει απολύτως τίποτα καινούργιο – και αφήνω στην άκρη το πρωτότυπο. Γιατί τι καινούργιο μπορεί κανείς να περιμένει από μία ακόμα ιστορία συζυγικής απιστίας ανάμεσα σε έναν ευγενικό καθηγητή πανεπιστημίου (Στέφανο Ακόρσι), παντρεμένο με μια πανέμορφη γυναίκα που τον λατρεύει (Μίριαμ Λεόνε) και μια φοιτήτριά του (Μπεατρίς Σαβινιάνι) που τον πιέζει απαιτώντας επισημότητα στην ζωή του.
Μπορεί όμως να γίνει ελκυστικό στην όψη και σε αυτό το σημείο ποντάρει ο σκηνοθέτης Γκαμπριέλε Μουσκίνο, επιλέγοντας ως βασικό χώρο δραματουργίας την εξωτική Ταγγέρη, εκεί όπου ο καθηγητής πηγαίνει μαζί με τη γυναίκα του για διακοπές, παρέα με ένα υστερικό ζευγάρι φίλων, επίσης παντρεμένο (Κλαούντιο Σανταμαρία, Καρολίνα Κρεσεντίνι) και την κόρη του στην προεφηβεία (Μαργκερίτα Πανταλέο). Πίσω από τo σενάριο της ταινίας βρίσκεται το μυθιστόρημα «Syracusa» της Ντέλια Εφρον, το οποίο ο Μουσκίνο αποκρυστάλλωσε στην οθόνη σαν ένα «Αρλεκιν ποιότητας» με μια μικρή δόση σασπένς, γιατί από την αρχή καταλαβαίνουμε ότι η ιστορία που παρακολουθούμε είναι ένα μεγάλο φλας μπακ. Κλασική περίπτωση ταινίας που είτε τη δεις είτε όχι, το ίδιο και το αυτό.
Για πρώτη φορά στην Ελλάδα
Οι καλύτερες στιγμές στο έργο του ινδού σκηνοθέτη Σατγιαζίτ Ρέι (1921-1992) είναι ταινίες στοχαστικής διάθεσης, στις οποίες τον πρώτο λόγο έχει δικαιωματικά η κοινωνική «τριλογία του Απού». Σε εντελώς διαφορετικό ύφος, «Ο θεός ελέφαντας» (Joi Baba Felunath, Ινδία, 1979) που προβάλλεται για πρώτη φορά εμπορικά στην Ελλάδα, είναι μια ταινία που φλερτάρει έντονα με το αστυνομικό α λα Αγκάθα Κρίστι μυστήριο και με έναν ινδό «Ηρακλή Πουαρό» στον κεντρικό ρόλο. Πρόκειται για τον ντετέκτιβ Φελούντα (Σουμίτρα Σατρετζί), έναν συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων (Σάντος Ντούτα) και τον βοηθό του, που αναλαμβάνει να ανακαλύψει τα ίχνη του «Θεού Ελέφαντα», ενός πανάκριβου αγαλματιδίου, το οποίο εκλάπη μυστηριωδώς από το χρηματοκιβώτιο του ιδιοκτήτη του. Παρότι η ταινία δεν διακρίνεται από τον κοινωνικό προβληματισμό των δημιουργιών στις οποίες ο Ρέι οφείλει την παγκόσμια φήμη του, από την ιστορία της δεν απουσιάζουν οι πολιτικοκοινωνικές «νότες» που επισημαίνουν – κυρίως – ζητήματα διαφθοράς στην ινδική κοινωνία. Ο «Θεός Ελέφαντας» υπήρξε μεγάλη επιτυχία του Ρέι στην πατρίδα του και μάλιστα είναι η δεύτερη ταινία που ο σκηνοθέτης γύρισε με ήρωα τον Φελούντα, καθώς τον σύστησε για πρώτη φορά στο κοινό με τη «Sonar Kella» (1974) όπου και πάλι πρωταγωνιστής είναι ο Σουμίτρα Σατρετζί.
Προβάλλονται επίσης
Στις αίθουσες επίσης προβάλλονται δύο ταινίες που δεν παρουσιάστηκαν στους δημοσιογράφους: ο «Φόνος στην πρεσβεία» (Murder at the embassy, Αγγλία, 2026), μία ακόμη περιπέτεια της ιδιωτικής ντετέκτιβ Μιράντα Γκριν (Μίσα Μπάρτον) που αυτή τη φορά ταξιδεύει από την Αγγλία στην Αίγυπτο για να διερευνήσει έναν φόνο που διαπράχθηκε στη βρετανική πρεσβεία του Καΐρου και το θρίλερ «Ice cream man» (ΗΠΑ, 2026) του Ελι Ροθ, στην οποία η ησυχία μιας ειδυλλιακής παραθαλάσσιας πόλης, βυθίζεται σε ένα ξέσπασμα παράνοιας, βίας και χάους εξαιτίας των παγωτών ενός νιόφερτου στην πόλη παγωτατζή.