Σε πεδίο έντονης διπλωματικής και οικονομικής αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού εξελίσσεται η διαχείριση της παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες ασκούν πιέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση να διαθέσει στην αγορά τα στρατηγικά της αποθέματα ντίζελ.
Στόχος της αμερικανικής πλευράς είναι η συγκράτηση των διεθνών τιμών των καυσίμων, ζήτημα που επιβαρύνει ιδιαίτερα την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ στην κορύφωση της προεκλογικής περιόδου.
Παρά την ομαλοποίηση της ροής αργού πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ, το βαθύτερο αίτιο της τρέχουσας ανατίμησης εντοπίζεται στην έλλειψη διυλιστηρίων ικανών να μετατρέψουν το αργό σε τελικά προϊόντα, με αιχμή το ντίζελ. Η έλλειψη του συγκεκριμένου καυσίμου επηρεάζει άμεσα τις εμπορευματικές μεταφορές, τη βιομηχανία και τον αγροτικό τομέα, τροφοδοτώντας τις πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς.
Ενώ η Ουάσινγκτον ολοκλήρωσε την αποδέσμευση επιπλέον σαράντα εκατομμυρίων βαρελιών από τα δικά της αποθέματα, ο Αμερικανός Υπουργός Ενέργειας, Κρις Ράιτ, κάλεσε τους Ευρωπαίους εταίρους να υλοποιήσουν πλήρως τις δεσμεύσεις τους.
Σύμφωνα με αναφορές, οι ΗΠΑ προειδοποιούν ακόμη και με ενδεχόμενο απαγόρευσης των αμερικανικών εξαγωγών καυσίμων εάν χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία δεν προχωρήσουν στην αποδέσμευση των αποθεμάτων τους.
Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητά κοινή γραμμή πλεύσης υπό τον συντονισμό του Επιτρόπου Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν, την ώρα που κράτη-μέλη όπως η Γερμανία και η Ισπανία εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις.
Το γερμανικό Υπουργείο Οικονομίας διαμήνυσε ότι δεν προτίθεται να διαθέσει τα εναπομείναντα δεκαπέντε εκατομμύρια βαρέλια της συμβολής του, τονίζοντας ότι τα στρατηγικά αποθέματα δεν προορίζονται για τη σταθεροποίηση των τιμών, καθώς μια τέτοια κίνηση ενδέχεται να πυροδοτήσει κερδοσκοπικά παιχνίδια στις αγορές.
Την ίδια στιγμή, οι Ευρωπαίοι ηγέτες εξετάζουν εναλλακτικές λύσεις για την ενίσχυση της προσφοράς, όπως η πρόταση του Γάλλου Προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν για προσωρινή χαλάρωση των ευρωπαϊκών προδιαγραφών ποιότητας καυσίμων, ενώ παράλληλα προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο επιβολής αμερικανικών περιορισμών στις εξαγωγές που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν περαιτέρω την ευρωπαϊκή αγορά.