Η προσπάθεια του Πέτερ Μαγιάρ να γυρίσει σελίδα στην Ουγγαρία, αφήνοντας πίσω του τα 16 χρόνια της διακυβέρνησης του Βίκτορ Ορμπαν, σκοντάφτει ήδη στο δύσκολο ερώτημα της επόμενης ημέρας: πώς αποδομείται ένα βαθιά ριζωμένο σύστημα χωρίς η νέα εξουσία να αναπαραγάγει τις συγκεντρωτικές πρακτικές που καταγγέλλει;
Η άρνηση της θρυλικής σκακίστριας Γιούντιτ Πόλγκαρ να αναλάβει την προεδρία, δηλώνοντας ότι δεν αισθάνεται αρκετά δυνατή για να ενώσει ένα διχασμένο έθνος, και μια καταγγελθείσα έφοδος των εισαγγελικών Αρχών στα γραφεία του κόμματος Fidesz αποτυπώνουν τις δύο όψεις της δύσκολης μετάβασης: την ανάγκη για μια νέα αρχή και τον κίνδυνο η προσπάθεια αποκαθήλωσης του παλιού καθεστώτος να ανοίξει έναν νέο κύκλο πολιτικής σύγκρουσης.
Ο Μαγιάρ κέρδισε τις εκλογές υποσχόμενος «αλλαγή καθεστώτος» και διαθέτει πλέον την κοινοβουλευτική δύναμη για να ξηλώσει τα θεσμικά και πολιτικά ερείσματα της προηγούμενης διακυβέρνησης. Η αποκατάσταση του κράτους δικαίου, η καταπολέμηση της διαφθοράς, η επαναπροσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ενωση και η απομάκρυνση από τη λογική της «ανελεύθερης δημοκρατίας» αποτελούν τον πυρήνα της νέας πορείας. Ομως η μετάβαση αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη από μια απλή ανατροπή των παλιών συσχετισμών. Η προσπάθεια αποδόμησης ενός συστήματος που κατηγορείται ότι διαβρώθηκε από τη διαφθορά και τον κομματικό έλεγχο κινδυνεύει να εκληφθεί από τους αντιπάλους του ως νέα μορφή συγκεντρωτισμού, ιδίως όταν συνοδεύεται από βεβιασμένες θεσμικές αλλαγές και κινήσεις που πλήττουν άμεσα το κόμμα της προηγούμενης εξουσίας.
Χθες το αντιπολιτευόμενο Fidesz του Βίκτορ Ορμπαν ανακοίνωσε ότι εισαγγελείς πραγματοποίησαν έφοδο στα γραφεία του, όπου βρίσκονται οι διακομιστές (servers) του Διαδικτύου, και κατηγόρησε τη νέα κεντροδεξιά κυβέρνηση ότι επιδιώκει να καταστείλει τις λειτουργίες του κόμματος. Το Fidesz από τότε που έχασε την εξουσία κατηγορεί διαρκώς το Tisza για αυταρχική πολιτική, κάτι που το κυβερνών κόμμα αρνείται.
Ο Μαγιάρ χρειάστηκε παράλληλα να απολογηθεί αναγνωρίζοντας ως λάθος την ανακοίνωση της Πόλγκαρ για την ανάληψη της προεδρίας, πρόταση που τελικά εκείνη δεν δέχθηκε. Παραδέχθηκε ότι ανακοίνωσε το όνομά της βιαστικά και ανέλαβε την πλήρη ευθύνη.
«Η χώρα μας χρειάζεται ενότητα, ειρήνη και έναν πρόεδρο για τον οποίο όλοι οι Ούγγροι θα μπορούν να είναι υπερήφανοι», είχε γράψει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Το όνομα της Γιούντιτ Πόλγκαρ είναι εδώ και δεκαετίες συνώνυμο του ταλέντου και της επιμονής». Η 49χρονη Πόλγκαρ δήλωσε αργότερα, σε ανάρτησή της, ότι ήταν ευγνώμων για την πρόταση, αλλά πρόσθεσε: «Δεν αισθάνομαι μέσα μου αρκετή δύναμη για να αναλάβω την ιστορική ευθύνη της ένωσης ενός διχασμένου έθνους, επομένως δεν μπορώ να αποδεχθώ την πρόταση».
Της εξέλιξης αυτής είχε προηγηθεί η αντιπαράθεση που διήρκεσε μήνες ανάμεσα στον νεοεκλεγέντα Μαγιάρ και τον Τάμας Σούγιοκ, τον πρόεδρο που είχε διοριστεί κατά την περίοδο που ο Βίκτορ Ορμπαν βρισκόταν στην εξουσία. Το ουγγρικό κοινοβούλιο όπου το κεντροδεξιό Tisza διαθέτει πλειοψηφία δύο τρίτων ενέκρινε την περασμένη εβδομάδα συνταγματική τροποποίηση, η οποία περιελάμβανε τον άμεσο τερματισμό της θητείας του Σούγιοκ.
Οπως επισημαίνει δημοσίευμα της «El Pais», το ότι το όλο εγχείρημα δεν είναι απλό αποδεικνύεται από το προηγούμενο της Πολωνίας, όπου ο φιλελεύθερος – συντηρητικός Ντόναλντ Τουσκ επέστρεψε στην εξουσία έπειτα από τα χρόνια του λαϊκιστκού PiS, αλλά πρέπει να συνυπάρξει με έναν πρόεδρο της εθνικιστικής Δεξιάς, τον Κάρολ Ναβρότσκι, ο οποίος υπονομεύει τις μεταρρυθμίσεις. Σύμφωνα με αναλυτές, ο Ορμπαν αποτέλεσε πρότυπο για κόμματα και πολιτικούς του χώρου του και, γι’ αυτό, η αποδόμηση του συστήματος που δημιούργησε, εφόσον πραγματοποιηθεί με σεβασμό στις διαδικασίες, μπορεί επίσης να αποτελέσει παράδειγμα.