Τουλάχιστον δώδεκα, αν συμπεριλάβουμε και την Ελλάδα, εκλογικές αναμετρήσεις θα απασχολήσουν τον (μικρο)κόσμο μας μέσα στους επόμενους 14 μήνες, έως τα τέλη του 2027. Από τις ΗΠΑ μέχρι την Πολωνία και από τη Γαλλία μέχρι το Ισραήλ, οι ψηφοφόροι θα έχουν άφθονες ευκαιρίες να τιμωρήσουν, να επιβραβεύσουν και, κυρίως, να δοκιμάσουν ξανά τα νεύρα των Βρυξελλών. Θα ήταν ένα συναρπαστικό εκλογικό ημερολόγιο χωρίς τον φόβο μιας περαιτέρω ενίσχυσης της Ακροδεξιάς και την πιθανότητα ενός νέου εθνικιστικού κύματος, σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή συνοχή, οι διατλαντικές σχέσεις, όλες οι παλιές πολιτικές ισορροπίες, δοκιμάζονται ήδη σοβαρά.
Το βέβαιο είναι πως όλες αυτές οι εκλογές είναι κρίσιμες, και όλες έχουν κάτι να πουν στην Ελλάδα. Κάποιες όμως είναι πιο κρίσιμες από τις άλλες, και έχουν μεγαλύτερη σημασία για τη χώρα μας. Όχι μόνο επειδή αφορούν χώρες με τις οποίες η Αθήνα έχει σχέσεις στρατηγικής σημασίας, αλλά και επειδή μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικές για τους συσχετισμούς στην Ευρώπη και πέραν αυτής. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό: ποιο αποτέλεσμα θα συνέφερε περισσότερο την Ελλάδα; Η απάντηση, ευτυχώς, δεν είναι πάντα απλή, και σίγουρα δεν χωράει σε έναν απλό διαχωρισμό Αριστεράς – Δεξιάς.
Ισραήλ
Στρατηγικές σχέσεις
«Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου», συνόψισε πρόσφατα την κατάσταση ο Τόμας Φρίντμαν στους «New York Times», «βρίσκεται σε κυβερνητικό συνασπισμό με θιασώτες της υπεροχής της εβραϊκής φυλής, τους οποίους πρώην επικεφαλής της Μοσάντ είχε χαρακτηρίσει κάποτε χειρότερους από την Κου Κλουξ Κλαν. Εάν επανεκλεγούν, είναι πολύ πιθανό να ολοκληρώσουν το σχέδιό τους για την υπονόμευση τόσο της ανεξαρτησίας του γενικού εισαγγελέα του Ισραήλ όσο και του Ανώτατου Δικαστηρίου. Θα ακολουθήσει η προσάρτηση της Δυτικής Οχθης και της Γάζας και η εθνοκάθαρση των Παλαιστινίων από τις δύο περιοχές. Και τότε το Ισραήλ ως δημοκρατία θα έχει πάψει να υπάρχει».
Ο γνωστός (Αμερικανοεβραίος) αρθρογράφος εκτιμά πως στις ισραηλινές κάλπες, όπως και στις αμερικανικές μια εβδομάδα αργότερα, διακυβεύεται το μέλλον της δημοκρατίας στις χώρες αυτές. Μοναδική διέξοδος, για αυτόν, η επικράτηση της αντιπολίτευσης, «με επικεφαλής σήμερα τον πρώην αρχηγό του Γενικού Επιτελείου των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων Γκάντι Αϊζενκοτ, έναν εξαιρετικά αξιοπρεπή άνθρωπο με πολλά κοινά στοιχεία με τον Γιτζάκ Ράμπιν».
Ohad Zwigenberg/Pool via REUTERS/File Photo
Η χώρα μας έχει επενδύσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια στην αμυντική και ενεργειακή συνεργασία με το Ισραήλ. Μόλις πρόσφατα, Αθήνα και Ιερουσαλήμ υπέγραψαν συμφωνία ύψους τριών δισ. ευρώ για ένα πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας. Η Ελλάδα χρειάζεται λοιπόν μια ισραηλινή κυβέρνηση που θα διατηρήσει τη στρατηγική τους σχέση – αλλά ταυτόχρονα θα επιδιώξει αποκλιμάκωση στην περιοχή, σταθερότερες σχέσεις με τον αραβικό κόσμο και ένα πιο σταθερό περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο. Μια πιο κεντρώα κυβέρνηση θα μπορούσε να αποκαταστήσει τις σχέσεις του Ισραήλ με την Ευρώπη, να περιορίσει την περιφερειακή ένταση και να κρατήσει ζωντανή τη συνεργασία με Ελλάδα και Κύπρο.
ΗΠΑ
Δημοτικότητα στο ναδίρ
«Κάποιοι με αγαπούν περισσότερο απ’ όσο το κόμμα. Δεν μπορεί να κάνει κανείς κάτι», δήλωσε ο Ντόναλντ Τραμπ, τέλη Αυγούστου στο Fox News, κάνοντας σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στον ίδιο και στους αιρετούς εκπροσώπους των Ρεπουμπλικανών. Ένας τρόπος να μεταθέσει προκαταβολικά την ευθύνη σε περίπτωση κακού αποτελέσματος τον Νοέμβριο. Για τον ίδιο λόγο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ επιμένει σε ένα ιστορικό φαινόμενο που σπάνια διαψεύδεται: την τάση των ψηφοφόρων να τιμωρούν, στα midterms, το κόμμα που ελέγχει τον Λευκό Οίκο.
«Είτε είσαι καλός πρόεδρος είτε σπουδαίος πρόεδρος χάνεις στις ενδιάμεσες εκλογές», δήλωσε ο Τραμπ αρχές Σεπτεμβρίου. «Εμείς θα το αντιστρέψουμε αυτό», διαβεβαίωσε. Το πολιτικό περιβάλλον είναι, ωστόσο, δυσμενές. Η δημοτικότητα του Τραμπ στις δημοσκοπήσεις – την αξιοπιστία των οποίων αμφισβητεί – βρίσκεται στο ναδίρ. Οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής, η οποία θα ανανεωθεί στο σύνολό της. Ο κίνδυνος για το ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο είναι μικρότερος αλλά υπαρκτός στη Γερουσία, όπου θα κριθεί το ένα τρίτο των εδρών.
REUTERS/Ricardo Arduengo/File Photo
Η χώρα μας χρειάζεται μια Αμερική προβλέψιμη στο ΝΑΤΟ, δεσμευμένη στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, παρούσα στην Ανατολική Μεσόγειο και προσεκτική απέναντι στις ελληνοτουρκικές ισορροπίες, που δεν αφήνει την Τουρκία να αποκτήσει ανεξέλεγκτη γεωπολιτική επιρροή. Δεν χρειάζεται μια Ουάσιγκτον που αλλάζει θέση ανάλογα με το ποιος μίλησε τελευταίος και ποιος κολάκεψε περισσότερο τον πρόεδρο. Θα ήταν λοιπόν πιο χρήσιμο για την Ελλάδα να χάσει ο Ντόναλντ Τραμπ τον πλήρη έλεγχο του Κογκρέσου. ένα ισχυρότερο Δημοκρατικό μπλοκ στη Βουλή, και κυρίως τη Γερουσία, θα λειτουργούσε ως θεσμικό αντίβαρο σε μια προεδρία που αντιλαμβάνεται τις συμμαχίες πρωτίστως ως συναλλαγές.
Γαλλία
Η «σκιά ηττοπάθειας»
«Μια μορφή παραίτησης» διέκρινε τις προάλλες, «στο εσωτερικό των κομμάτων εξουσίας» η αρθρογράφος της «Monde» Σολέν ντε Ρουαγιέ, την ώρα που η Εθνική Συσπείρωση (RN) κυριαρχεί στις δημοσκοπήσεις, ενισχυμένη από ένα παγκόσμιο λαϊκιστικό κύμα, από τις ΗΠΑ του Τραμπ έως τη Γερμανία. Οκτώ μήνες πριν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές, το ενδεχόμενο μιας μονομαχίας, στον δεύτερο γύρο, ανάμεσα στη Μαρίν Λεπέν και τον ακροαριστερό Ζαν-Λικ Μελανσόν, το οποίο προβάλλουν αρκετά ινστιτούτα δημοσκοπήσεων, ρίχνει πάνω από την προεκλογική εκστρατεία μια ιδιότυπη «σκιά ηττοπάθειας».
Από τα δεξιά μέχρι τα αριστερά του, το Κέντρο μοιάζει παραδομένο στις διαιρέσεις του. Και εντούτοις, υπάρχει ένας – αν μη τι άλλο – υποψήφιος ικανός να νικήσει τη Μαρίν Λε Πεν στον δεύτερο γύρο: πρόσφατη δημοσκόπηση της OpinionWay θέλει την ηγέτιδα της Ακροδεξιάς σε στατιστική ισοπαλία με τον Εντουάρ Φιλίπ (51%-49%). Η ίδια δημοσκόπηση δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τη νίκη της (65%-35%) σε περίπτωση που βρεθεί αντιμέτωπη με τον Μελανσόν.
MOHAMMED BADRA/Pool via REUTERS
Η Γαλλία είναι ένας από τους σημαντικότερους ευρωπαϊκούς εταίρους μας σε θέματα άμυνας και Ανατολικής Μεσογείου. Η χώρα μας χρειάζεται μία Γαλλία στον ευρωπαϊκό πυρήνα, υπέρ της ευρωπαϊκής άμυνας και μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Δεν χρειάζεται μία Γαλλία που θα ξανακάνει την ΕΕ εργαστήριο πολιτικού πειραματισμού: μία μεγάλη στροφή της Γαλλίας προς μια πιο εθνικιστική, ευρωσκεπτικιστική και συγκρουσιακή πολιτική θα δημιουργούσε πρόβλημα σε όλο το ευρωπαϊκό μπλοκ, δεν αποκλείεται μάλιστα να σήμαινε και την αρχή του τέλους του. Το καλύτερο αποτέλεσμα για την Ελλάδα θα ήταν η επικράτηση ενός κεντρώου ή κεντροδεξιού υποψηφίου, τύπου Εντουάρ Φιλίπ.
Ισπανία
Η Θέουτα και ο Σάντσεθ
Η κρίση που ξέσπασε στη Θέουτα στα τέλη Ιουλίου, με τη μαζική είσοδο τουλάχιστον 70.000 παράτυπων μεταναστών από το Μαρόκο, επιβεβαίωσε δύο πράγματα: αφενός, πόσο δυνατό πολιτικό όπλο μπορεί να γίνει σε επιδέξια χέρια η μετανάστευση, και αφετέρου, πόσο ευάλωτη είναι απέναντί του μία ΕΕ πάντα πρόθυμη να διχαστεί. Ενάμιση μήνα μετά, η κατάσταση στη Θέουτα, όπου έχουν παραμείνει αρκετές χιλιάδες μετανάστες, ανάμεσά τους πολλοί ασυνόδευτοι ανήλικοι, παραμένει δύσκολη και το πολιτικό μέλλον του σοσιαλιστή πρωθυπουργού, Πέδρο Σάντσεθ, διαγράφεται όλο και πιο αβέβαιο.
Πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε πως μόλις ένα 14,2% των Ισπανών χαρακτηρίζει θετικά τη διαχείριση της κρίσης από τον Σάντσεθ. Ενα 27% θεωρεί το ακροδεξιό Vox το καταλληλότερο κόμμα για τη διαχείριση της μετανάστευσης, μπροστά από τους Σοσιαλιστές (18,4%) και το Λαϊκό Κόμμα (13,9%). Το πιο σημαντικό εύρημα, όμως, ήταν ότι για πρώτη φορά PP και Vox (που συγκυβερνούν ήδη σε τέσσερις αυτόνομες κοινότητες) ξεπέρασαν αθροιστικά το όριο του 50% στην πρόθεση ψήφου, φτάνοντας στο 50,2%.
REUTERS/Jon Nazca
Η Αθήνα έχει βρεθεί αρκετές φορές απέναντι στην κυβέρνηση Σάντσεθ στο μεταναστευτικό, υπερασπιζόμενη διαφορετική προσέγγιση. Μια κυβέρνηση Λαϊκού Κόμματος με το Vox θα ήταν πιθανότατα πιο κοντά στις ελληνικές θέσεις για τη φύλαξη των συνόρων, τις επιστροφές και μια αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική. Από ελληνικής πλευράς, λοιπόν, μια κυβέρνηση PP-Vox θα ήταν πιθανότατα πιο βολική από μια νέα κυβέρνηση Σάντσεθ, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα εξελισσόταν σε αντιευρωπαϊκή κυβέρνηση. Και αυτό δεν είναι καθόλου προφανές, αφού η ενίσχυση του Vox θα μπορούσε να πιέσει την ισπανική Δεξιά προς μία πιο ευρωσκεπτικιστική και συγκρουσιακή πολιτική.
Ιταλία
Η ιταλική AfD
Η Τζόρτζια Μελόνι έγινε στις 4 Σεπτεμβρίου η μακροβιότερη πρωθυπουργός της μεταπολεμικής Ιταλίας, και το γιόρτασε με μία ομιλία στο Μπάρι, στο ηλιοβασίλεμα. «Η κυβέρνηση γιόρτασε το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να γιορτάσει, αφού δεν έχει να επιδείξει άλλα απτά αποτελέσματα και στο εσωτερικό της είναι διχασμένη σχεδόν σε όλα», αντέτεινε, μέσω της «Repubblica», ο πρώην πρωθυπουργός, Ρομάνο Πρόντι. Πράγματι, το 53% των Ιταλών αξιολογεί αρνητικά το έργο της Μελόνι. Ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη.
Και ο διχασμός των μικρότερων κυβερνητικών εταίρων έγινε προφανής στον τρόπο με τον οποίο αντέδρασαν στην πρόσφατη νίκη της AfD στη Σαξονία-Ανχαλτ. Το AfD της ιταλίδας πρωθυπουργού, ωστόσο, αν μπορεί να το πει κανείς έτσι, λέγεται «Εθνικό Μέλλον»: το κόμμα που ίδρυσε τον Φεβρουάριο ένας πρώην στρατηγός, ο Ρομπέρτο Βανάτσι, έχει ήδη φτάσει στο 7,2% στις δημοσκοπήσεις, έναντι 5,4% της Λέγκας, 7,4% της Φόρτσα Ιτάλια, 13% των «Πεντάστερων», 20% του κεντροαριστερού PD και 27% των Αδελφών της Ιταλίας.
REUTERS/Guglielmo Mangiapane/File Photo
Μια σταθερή Ιταλία στον ευρωπαϊκό πυρήνα είναι σαφώς προτιμότερη από μια χώρα σε διαρκή πολιτική κρίση. Αθήνα και Ρώμη έχουν, άλλωστε, κοινά συμφέροντα στη Μεσόγειο, την ενέργεια και τη διαχείριση του μεταναστευτικού. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι τόσο η παραμονή της Τζόρτζια Μελόνι στην εξουσία όσο η διατήρηση αυτής της πολιτικής σταθερότητας και του ευρωπαϊκού προσανατολισμού. Η αυξανόμενη πίεση που δέχεται όμως η ιταλίδα πρωθυπουργός από τα δεξιά της δημιουργεί έναν κίνδυνο: να επιλέξει μια πιο σκληρή πολιτική γραμμή, προκειμένου να διατηρήσει την εκλογική της βάση, κάτι που δεν θα εξυπηρετούσε κατ’ ανάγκην τα ελληνικά συμφέροντα.