Ο Όρμπαν ηττήθηκε, αλλά η Ακροδεξιά στοχεύει πιο ψηλά: το Βερολίνο και το Παρίσι

Ένας βαθύς αναστεναγμός ανακούφισης ακούστηκε από τις Βρυξέλλες και πολλές ακόμη πρωτεύουσες μετά την καθαρή ήττα του Βίκτορ Όρμπαν και του Fidesz στις εκλογές της περασμένης Κυριακής. «Επιτέλους, τέλος!», ήταν το σύνθημα που κυριάρχησε, μετά από 16 χρόνια πολιτικής ηγεμονίας του.

Η Ευρώπη, συμπέραναν όσοι ανακουφίστηκαν, θα απαλλαγεί πλέον από το «κακό παιδί» της, τη γκρίνια του και τα βέτο του. Και έτσι, με βάση το σκεπτικό τους, θα μπορέσει να κινηθεί πιο ενιαία και πιο ελεύθερα, χωρίς να σέρνει διαρκώς μαζί της το βαρίδι ενός θαυμαστή του Πούτιν, του Τραμπ (και του Νετανιάχου, να συμπληρώσουμε…).

Ας υποθέσουμε πως έχουν δίκιο και δεν θα επιβεβαιωθούν εκείνοι που προειδοποιούν ότι ο Μαγιάρ, ο νέος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας – που είναι «σάρκα από τη σάρκα» του ορμπανισμού – δεν θα είναι περισσότερο διαλλακτικός και συνεργάσιμος. Προβλέποντας, ταυτόχρονα, ότι θα παζαρέψει σκληρά τα συμφέροντα της χώρας του με την ΕΕ, ενώ σε πολλά θέματα θα εφαρμόσει μια εξίσου (αν όχι περισσότερο) αντιδραστική πολιτική.

Το σημαντικότερο ερώτημα που τίθεται, ωστόσο, δεν έχει να κάνει ούτε με τον Όρμπαν ούτε με την Ουγγαρία. Έτσι κι αλλιώς, αποτελούν μικρά συγκριτικά μεγέθη στην ΕΕ των «27», ενώ οι εταίροι τους είχαν βρει ήδη τρόπους να παρακάμπτουν τη γκρίνια και τα βέτο.

Αυτό που πρέπει να απαντηθεί είναι εάν έχουν δίκιο ή άδικο όσοι προβλέπουν, μέσα από τις αναλύσεις τους, ότι η ήττα του Όρμπαν θα αποτελέσει ένα σημείο καμπής για την Ακροδεξια όλης της Ευρώπης. Ότι, με άλλα λόγια, θα σημάνει την αρχή του τέλους μιας περιόδου που σφραγίστηκε από τη διαρκή και ανησυχητική αύξηση της κοινωνικής, πολιτικής και κυβερνητικής της επιρροής.

«Ο βασιλιάς είναι γυμνός», διαμηνύουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, προσθέτοντας ότι μπορεί να ηττηθεί, όπως αποδείχθηκε μέσα σε ένα από τα προπύργιά του.

Πέφτει ο Μερτς, ανεβαίνει η AfD

Δυστυχώς γι’ αυτούς, όμως, η ιστορία της Ευρώπης δεν γράφεται κυρίως στη Βουδαπέστη, αλλά στις πρωτεύουσες των τριών μεγάλων της ΕΕ: το Βερολίνο, το Παρίσι και τη Ρώμη. Όσο για τα μηνύματα που έρχονται από εκεί, μάλλον δεν συνάδουν με το αφήγημά τους.

Ας δούμε, καταρχάς, τι συμβαίνει στη Γερμανία. Εκεί, σύμφωνα με το σύνολο όλων των πρόσφατων δημοσκοπήσεων, η ακροδεξιά AfD της Άλις Βάιντελ και του Τίνο Χρουπάλα έχει πάρει κεφάλι από τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση, βοηθούμενη και από το νέο γύρο οικονομικής κρίσης που έχει ξεσπάσει εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή, αλλά και από τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία, με τη στήριξη του Βερολίνου.

Συγκεκριμένα, το ποσοστό που θα συγκέντρωνε εάν διεξάγονταν σήμερα εκλογές θα έφτανε στο 26-27%, όταν το αντίστοιχο της Ένωσης, του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, έχει υποχωρήσει σε ιστορικό χαμηλό, κάτω από το 25%. Όσο για τον μικρότερο κυβερνητικό εταίρο, τους Σοσιαλδημοκράτες, είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος να «γράψουν» μονοψήφιο αριθμό, καθώς έχουν διαρροές τόσο προς τους Πράσινους όσο και προς την Αριστερά.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι επόμενες εκλογές θα διεξαχθούν το 2029 (πλην απροόπτου), ενώ το σύνολο των υπόλοιπων κομμάτων έχει, μέχρι στιγμής, αποκλείσει συνεργασία με την AfD, η ανάδειξη της τελευταίας σε πρώτη δύναμη θα αποτελέσει ένα σεισμό μεγατόνων στη χώρα – που, εκτός των άλλων, έχει και ένοχο παρελθόν.

Ο μυστικός δείπνος με Λεπέν

Στη Γαλλία, την ίδια στιγμή, οι δημοσκοπήσεις επιβεβαιώνουν ότι η Ακροδεξιά είναι πρώτη και μάλιστα με σημαντική διαφορά από τους αντιπάλους της, συγκεντρώνοντας ποσοστά άνω του 35%. Αυτό δε είναι κάτι που ισχύει τόσο για τις βουλευτικές εκλογές και την Εθνική Συσπείρωση (RN) όσο και για τις προεδρικές, είτε με υποψήφια την Μαρίν Λεπέν είτε με αντικατάστασή της από την Ζορντάν Μπαρντελά.

Η εικόνα αυτή έχει αναγκάσει τους εκπροσώπους του γαλλικού κεφαλαίου, που μέχρι πρόσφατα κρατούσαν αποστάσεις από τη συγκεκριμένη πολιτική παράταξη, να αναθεωρήσουν τη στάση τους. «Δεν μπορούμε πλέον να τους αγνοούμε και να κάνουμε πως δεν υπάρχουν», επισημαίνουν αρκετοί.

«Για ένα κόμμα όπως το RN, είναι σημαντικό να κατανοήσει τις κόκκινες γραμμές των μεγάλων επιχειρήσεων, έτσι ώστε να γνωρίζουν μέχρι πού μπορούν να πάνε. Για τις επιχειρήσεις, από την άλλη, είναι σημαντικό να “εκπαιδεύσουν” το κόμμα αναφορικά με το πώς αυτές λειτουργούν», σχολίασε στο Reuters ο επικεφαλής ερευνών στο ινστιτούτο Rexecode, που θεωρείται ότι εκφράζει τον εργοδοτικό κόσμο.

Σε αυτό το πλαίσιο ακριβώς πραγματοποιήθηκε πρόσφατα, στις 7 Απριλίου, ένα δείπνο που λίγοι θα μπορούσαν να φανταστούν μέχρι σχετικά πρόσφατα. Κι αυτό διότι συνδαιτημόνες ήταν, από τη μία, η Λεπέν και, από την άλλη, οι επικεφαλής έξι εκ των μεγαλύτερων ομίλων της Γαλλίας, ανάμεσα στους οποίους ο Μπερνάρ Αρνό της LVMH και ο Πατρίκ Πουανέ της TotalEnergies. Σαν να μην έφτανε δε αυτό, ο Μπαρντελά πρόκειται να συναντηθεί την ερχόμενη εβδομάδα με τη ηγεσία της Medef, της ομοσπονδίας των Γάλλων εργοδοτών.

Η Μελόνι δεν έχει τελειώσει

Τέλος, υπάρχει και η Ιταλία. Εκεί όπου, μετά την ήττα της στο πρόσφατο δημοψήφισμα, αρκετοί θεωρούν πρακτικά «τελειωμένη» την Τζόρτζια Μελόνι, πρωθυπουργό και επικεφαλής του ακροδεξιού κόμματος Αδέλφια της Ιταλίας. Και μάλιστα, όχι μόνο αυτή, αλλά και την κυβέρνησή της, που έχει συγκροτήσει με τη Λίγκα του Βορρά και την μπερλουσκονική Φόρτσα Ιτάλια.

Αυτή η εκτίμηση, ωστόσο, είναι βιαστική και πρόχειρη. Τόσο επειδή η Μελόνι διατηρεί ανέπαφο τον «πυρήνα» των δυνάμεών της και συνεχίζει να προηγείται στις δημοσκοπήσεις όσο και εξαιτίας της αδυναμίας των Δημοκρατικών και συνολικά της αντιπολίτευσης να παρουσιάσουν μια αξιόπιστη εναλλακτική και να απαλλαγούν από τα βαρίδια του παρελθόντος τους.

Σε κάθε περίπτωση, βεβαίως, τελικός κριτής θα είναι ο ιταλικός λαός, η ετυμηγορία του οποίου θα φανεί σύντομα. Το 2027, εξάλλου, είναι εκλογική χρονιά για την Ιταλία – όπως είναι και για τη Γαλλία.

Με βάση τα σημερινά δεδομένα, πάντως, κάθε άλλο παρά πρέπει να αποκλειστεί ένα σενάριο που θα βρει την επόμενη χρονιά να κλείνει με την Ακροδεξιά να βρίσκεται στο τιμόνι και της Γαλλίας και της Ιταλίας. Σε μια τέτοια περίπτωση δε, η ήττα του Όρμπαν θα φαντάζει κάτι πολύ μακρινό