Τον Νοέμβριο του 2025, το χωριό Κάλλιο, που είχε εγκαταλειφθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’80 για να φτιαχτεί η τεχνητή λίμνη του Μόρνου, ξεπρόβαλε σαν φάντασμα μέσα από τον βυθό. Οι ξηροί χειμώνες που είχαν προηγηθεί είχαν «εξαϋλώσει» τα υδατικά αποθέματα της λίμνης και η συζήτηση για λειψυδρία στην Αθήνα απασχολούσε τη δημόσια σφαίρα.
Λίγοι ανέμεναν τότε ότι έξι μήνες μετά θα συζητούσαμε για τη θεαματική ανάκαμψη του Μόρνου: τα αποθέματα νερού έχουν πλέον αυξηθεί κατά περισσότερο από 360% ενώ η έκταση της λίμνης από 7,7 τ.χλμ. τον Νοέμβριο, έφτασε στα τέλη Απριλίου τα 15.5 τ.χλμ. – και το Κάλλιο βυθίστηκε πλήρως μέσα στο νερό. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις 6 Μαΐου η λίμνη είχε σχεδόν 530 εκατ. κ.μ. νερό ενώ πέρυσι την ίδια μέρα είχε λίγο περισσότερο από 322 εκατ. κ.μ.
Το Παρατηρητήριο της Τεχνητής Λίμνης του Μόρνου που ιδρύθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο από την επιχειρησιακή μονάδα ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, αποκάλυπτε στα μέσα Νοεμβρίου μια εικόνα αποκαρδιωτική: «Η λίμνη είχε χάσει το σχεδόν 50% της έκτασής της. Σήμερα η εικόνα είναι τελείως διαφορετική, έχει επανέλθει σχεδόν στα μέσα επίπεδά της που είναι τα 17,5 τ.χλμ.», λέει ο Κώστας Λαγουβάρδος, διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών και συντονιστής της μονάδας ΜΕΤΕΟ. Ο ίδιος εξηγεί ότι αυτό οφείλεται στις αυξημένες βροχοπτώσεις, που φέτος κινήθηκαν πολύ πάνω από τις κανονικές τιμές στη Δυτική Ελλάδα. «Το πρώτο τετράμηνο του 2024 στους σταθμούς Κονιάκου και Φράγματος η αθροιστική βροχόπτωση κινείται από 556 έως 721 χιλιοστά, τιμές πάνω από το κανονικό ενώ ειδικά για τον Απρίλιο αποτελούν ρεκόρ δεκαετίας», λέει ο Κώστας Λαγουβάρδος. «Χρειαζόμαστε μια δεύτερη καλή υδρολογική χρονιά για να μπορούμε να πούμε ότι θα είμαστε σε μια καλή κατάσταση τα επόμενα χρόνια ενώ παράλληλα χρειάζονται μέτρα διαχείρισης για τη μείωση των απωλειών στα δίκτυα», προσθέτει.
Η λειψυδρία
Στο σημείο αυτό εστιάζει και ο Νικήτας Μυλόπουλος, καθηγητής Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Υδατικών Πόρων και Διευθυντής του Εργαστηρίου Υδρολογίας και Ανάλυσης Υδατικών Συστημάτων στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ο οποίος τονίζει ότι χρειάζεται ολιστική διαχείριση του προβλήματος. «Η λειψυδρία είναι ένα σύνθετο πρόβλημα και σχετίζεται με την ευρύτερη πολιτική και περιβαλλοντική διαχείριση των υδάτινων πόρων της χώρας», εξηγεί. «Και το λέω αυτό διότι συνήθως την αντιμετωπίζουμε όταν βλέπουμε τους άδειους ταμιευτήρες ή την ξηρασία το καλοκαίρι και εφαρμόζουμε μια συμπτωματική αντιμετώπιση. Είναι ένα φαινόμενο που αφορά όλο τον χάρτη της Ελλάδας – και κυρίως στις περιοχές εκτός πόλεων – καθώς πλέον παντού έχουμε αρνητικά ισοζύγια, δηλαδή ξοδεύουμε περισσότερο νερό από όσο μπαίνει στις λεκάνες απορροής. Η Ελλάδα έχει από τα μεγαλύτερα υδατικά αποτυπώματα παγκοσμίως γιατί συνδυάζει σπατάλη νερού σε πολλές χρήσεις και δομική έλλειψη τεχνικών έργων για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Αυτά τα δύο καθιστούν εκρηκτικό το πρόβλημα της λειψυδρίας, το οποίο παράλληλα εντείνεται από την κλιματική κρίση».
«Ο Μόρνος είναι πλέον αρκετά γεμάτος», λέει από την πλευρά του ο Ανδρέας Καλλιώρας, καθηγητής Διαχειìρισης, Εκμεταìλλευσης και Προστασιìας Υδροφορεìων στο ΕΜΠ. «Το όριό του είναι στα 670 εκατ. κυβικά μέτρα νερού και έχει πλέον 530 εκατ. κυβικά μέτρα. Οι άλλοι ταμιευτήρες βρίσκονται σε σχετικά χαμηλό επίπεδο, ενώ η στάθμη της Υλίκης είναι πολύ χαμηλά, γεγονός που θα έχει αντίκτυπο στην άρδευση της Κωπαΐδας. Τα συνολικά υδατικά αποθέματα της χώρας έχουν φτάσει τα 760 εκατ. κυβικά μέτρα, άρα επαρκούν για μια περίοδο 2½ έως 3 ετών. Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχει η Ελλάδα των νησιών, η οποία θα έχει και φέτος σοβαρό πρόβλημα λόγω του υπερτουρισμού και της έλλειψης υποδομών που να μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες», εξηγεί.
Συνδυασμένη διαχείριση
Ο Νικήτας Μυλόπουλος υποστηρίζει ότι «χρειάζονται συγκεκριμένες μελέτες για τη συνδυασμένη διαχείριση των υδατικών πόρων. Σε κάποιες λεκάνες ίσως χρειαστεί να φτιάξουμε έργα που θα μειώσουν την τεράστια σπατάλη τόσο στη συλλογή του νερού, όσο και κυρίως στη μεταφορά του. Μεγάλες ποσότητες νερού χάνονται λόγω των κακών δικτύων ή της εξάτμισης καθώς η μεταφορά γίνεται με ελεύθερη επιφάνεια. Εχουμε τεράστιες απώλειες λόγω έλλειψης εγγειοβελτιωτικών δικτύων, λόγω κακής διανομής του νερού στα χωράφια, λόγω παρωχημένων τεχνικών άρδευσης. Σπατάλη υπάρχει σε όλο τον κύκλο του νερού. Αν αυτά άλλαζαν, σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, θα μπορούσε να εξοικονομηθεί το 50% του νερού που ξοδεύουμε σήμερα», λέει ο καθηγητής.
«Η λογική “έβρεξε φέτος τον χειμώνα είμαστε καλά, δεν έβρεξε έχουμε πρόβλημα” είναι απαρχαιωμένη», συμπληρώνει. «Σχεδιάζουμε τεράστια έργα, μεταφέρουμε το νερό από μακρινές λεκάνες απορροής, κάνουμε εκτροπές ποταμών. Ολα αυτά δεν μπορούν να είναι η απάντηση στο πρόβλημα, όπως δεν είναι απάντηση ούτε η αύξηση του κόστους του τιμολογίου του νερού ούτε η ιδιωτικοποίησή του. Ούτως ή άλλως η κλιματική αλλαγή μάς αναγκάζει να δούμε το θέμα διαφορετικά και ο σχεδιασμός των υδραυλικών έργων οφείλει να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Δεν μιλάμε μόνο για πλημμύρες ή ξηρασία, παίζει ρόλο και η δασική πυρκαγιά, η μικρή δασοκάλυψη εξαιτίας της οποίας δεν μπορεί να συγκρατηθεί το νερό, η συντήρηση των παλαιών δικτύων στις πόλεις που επιφέρουν μεγάλες απώλειες. Το πρόβλημα είναι συνολικό και απαιτεί ολιστική προσέγγιση», καταλήγει ο Νικήτας Μυλόπουλος.