Ένας κόσμος με λιγότερα παιδιά, περισσότερους ηλικιωμένους και σταδιακά λιγότερους ανθρώπους σε παραγωγική ηλικία δεν αποτελεί πλέον μακρινό δημογραφικό σενάριο. Σε ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη είναι ήδη πραγματικότητα.
Η τελευταία προειδοποίηση έρχεται από την Αυστραλία. Σύμφωνα με το νέο Intergenerational Report της κυβέρνησης, το οποίο παρουσίασε πρόσφατα το Reuters, από τη δεκαετία του 2060 οι θάνατοι στη χώρα αναμένεται για πρώτη φορά να ξεπεράσουν τις γεννήσεις. Ο αριθμός των Αυστραλών άνω των 85 ετών προβλέπεται να τριπλασιαστεί έως το 2066, ενώ η αύξηση του πληθυσμού θα επιβραδυνθεί στο 0,9% ετησίως κατά μέσο όρο τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες, από 1,4% τις προηγούμενες τέσσερις.
Η Αυστραλία, ωστόσο, δεν είναι παρά ο επόμενος κρίκος μιας αλυσίδας. Ιαπωνία, Κίνα, Νότια Κορέα, Γερμανία, Ιταλία και Ελλάδα βρίσκονται ήδη αντιμέτωπες με διαφορετικές εκδοχές του ίδιου προβλήματος: οι γεννήσεις δεν επαρκούν για να αντικαταστήσουν τις γενιές που γερνούν.
Τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα – Ιαπωνία και άλλες χώρες
Η Ιαπωνία αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική εικόνα του δημογραφικού μέλλοντος των ανεπτυγμένων οικονομιών. Το 2025 γεννήθηκαν μόλις 671.236 παιδιά, ο μικρότερος αριθμός από τότε που υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία, ενώ καταγράφηκαν 1.589.489 θάνατοι. Η φυσική μείωση του πληθυσμού ξεπέρασε έτσι τις 918.000 μέσα σε έναν μόνο χρόνο. Για κάθε 100 παιδιά που γεννήθηκαν αντιστοιχούσαν περίπου 237 θάνατοι. Ο δείκτης γονιμότητας υποχώρησε παράλληλα στο ιστορικό χαμηλό των 1,14 παιδιών ανά γυναίκα. Οι θάνατοι ξεπερνούν πλέον τις γεννήσεις στην Ιαπωνία επί 19 συνεχόμενα χρόνια, σύμφωνα με τα στοιχεία του ιαπωνικού υπουργείου Υγείας, Εργασίας και Πρόνοιας.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η κλίμακα του προβλήματος στην Κίνα. Σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της χώρας, το 2025 γεννήθηκαν 7,92 εκατομμύρια παιδιά, ενώ πέθαναν 11,31 εκατομμύρια άνθρωποι. Ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 3,39 εκατομμύρια μέσα σε έναν χρόνο, στα 1,405 δισεκατομμύρια περίπου. Ήταν η τέταρτη συνεχόμενη χρονιά συρρίκνωσης.
Η γήρανση είναι εξίσου εντυπωσιακή. Περισσότεροι από 323 εκατομμύρια Κινέζοι είναι ήδη 60 ετών και άνω, αντιπροσωπεύοντας το 23% του πληθυσμού.
Σύμφωνα με το Reuters, η κινεζική κυβέρνηση έχει επιχειρήσει να ανακόψει την τάση με οικονομική στήριξη των οικογενειών, κάλυψη δαπανών εγκυμοσύνης και υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και άλλες παρεμβάσεις. Ωστόσο, οι υψηλές δαπάνες ανατροφής παιδιών, οι λιγότεροι γάμοι και η μακροχρόνια κληρονομιά της πολιτικής του ενός παιδιού εξακολουθούν να επηρεάζουν τη δημογραφική εικόνα.
Καταρρέουν και στην Ευρώπη οι αριθμοί
Στη Γερμανία, το 2025 καταγράφηκαν 654.241 γεννήσεις και 1.006.588 θάνατοι. Η διαφορά έφτασε τους 352.347 ανθρώπους, το μεγαλύτερο «έλλειμμα γεννήσεων» στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας, σύμφωνα με την ομοσπονδιακή στατιστική υπηρεσία Destatis. Η περίπτωση της Γερμανίας αποκαλύπτει όμως και έναν δεύτερο παράγοντα της δημογραφικής εξίσωσης: τη μετανάστευση. Οι θάνατοι ξεπερνούν τις γεννήσεις στη χώρα κάθε χρόνο από την επανένωση του 1990, αλλά για μεγάλο διάστημα η καθαρή μετανάστευση αντιστάθμιζε τις απώλειες. Το 2025 αυτό δεν συνέβη. Η καθαρή μετανάστευση μειώθηκε και ο συνολικός πληθυσμός της Γερμανίας υποχώρησε κατά περίπου 100.000.
Στην Ιταλία, το πρόβλημα έχει λάβει ιστορικές διαστάσεις. Περίπου 355.000 παιδιά γεννήθηκαν το 2025, ο μικρότερος αριθμός από την ενοποίηση της χώρας το 1861, έναντι περίπου 652.000 θανάτων, σύμφωνα με στοιχεία της ISTAT που επικαλείται το Reuters.
Οι εκτιμήσεις για το μέλλον είναι ακόμη πιο εντυπωσιακές. Ο πληθυσμός της Ιταλίας αναμένεται να μειωθεί από 58,9 εκατομμύρια το 2025 σε 55 εκατομμύρια το 2050 και 45,8 εκατομμύρια το 2080.
Ταυτόχρονα, το ποσοστό των κατοίκων ηλικίας 65 ετών και άνω προβλέπεται να αυξηθεί από 24,7% σήμερα σε 34,5% το 2050. Αντίθετα, το μερίδιο του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας θα υποχωρήσει από 63,4% σε 55,3%. Η ίδια η ISTAT προειδοποιεί ότι η συρρίκνωση της δεξαμενής εργαζομένων και η αύξηση των συνταξιούχων δημιουργούν νέες προκλήσεις για την οικονομία και το κράτος πρόνοιας.
Ερχόμενοι στην Ελλάδα, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 2024 καταγράφηκαν 68.467 γεννήσεις και 126.916 θάνατοι. Η φυσική μείωση του πληθυσμού έφτασε έτσι τους 58.449 ανθρώπους. Για κάθε 100 παιδιά που γεννήθηκαν αντιστοιχούσαν περίπου 185 θάνατοι.
Η μικρή ανατροπή της Νοτίου Κορέας
Μέσα σε αυτή την εικόνα υπάρχει και μία χώρα που παρουσιάζει ένα πρώτο, μικρό αντίθετο σήμα.
Η Νότια Κορέα εξακολουθεί να έχει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες γονιμότητας στον κόσμο. Το 2025, όμως, ο δείκτης αυξήθηκε από 0,75 σε 0,80 παιδιά ανά γυναίκα, καταγράφοντας δεύτερη συνεχόμενη χρονιά ανόδου μετά το ιστορικό χαμηλό του 0,72 το 2023.
Σύμφωνα με το Reuters, η βελτίωση συνδέεται μεταξύ άλλων με την αύξηση των γάμων μετά την πανδημία, αλλαγές στις στάσεις των νεότερων ηλικιών απέναντι στην οικογένεια και τις πολιτικές στήριξης. Οι ειδικοί, ωστόσο, προειδοποιούν ότι είναι ακόμη νωρίς για να θεωρηθεί ότι η δημογραφική κρίση έχει αντιστραφεί.
Η «οικογενειακή πολιτική» της χώρας περιλαμβάνει μια σειρά μέτρων. Από το 2025 το ανώτατο μηνιαίο επίδομα γονικής άδειας αυξήθηκε στα 2,5 εκατ. γουόν, ενώ καταργήθηκε το σύστημα με το οποίο μέρος των χρημάτων καταβαλλόταν μετά την επιστροφή στην εργασία. Για 12μηνη άδεια οι συνολικές παροχές μπορούν να φτάσουν τα 23,1 εκατ. γουόν. Όταν κάνουν χρήση της άδειας και οι δύο γονείς, προβλέπονται ακόμη υψηλότερα ποσά κατά τους πρώτους μήνες.Παράλληλα, η άδεια πατρότητας επεκτάθηκε από 10 σε 20 ημέρες, ενώ η γονική άδεια έγινε πιο ευέλικτη ώστε να μπορεί να «σπάει» σε περισσότερες περιόδους. Το κράτος επιδοτεί επίσης τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ώστε να προσλαμβάνουν εργαζομένους αντικατάστασης όταν ένας γονέας απουσιάζει. Η Σεούλ έχει αναγνωρίσει το υψηλό κόστος κατοικίας ως έναν από τους παράγοντες που καθυστερούν γάμο και τεκνοποίηση έτσι η κυβέρνηση έχει αυξήσει την προνομιακή διάθεση κατοικιών σε οικογένειες με νεογέννητα, νεόνυμφους και πολύτεκνους και έχει διευρύνει τα εισοδηματικά όρια ώστε να μπορούν να ενταχθούν περισσότερα ζευγάρια. Για ορισμένες κατηγορίες κατοικιών, τα όρια για ζευγάρια με δύο εισοδήματα αυξήθηκαν ακόμη και από το 120% στο 200% του σχετικού εισοδηματικού κριτηρίου. Σε αυτά τα μέτρα έχουν προστεθεί τα διευρυμένα εισοδηματικά κριτήρια για επιδοτούμενες υπηρεσίες childcare από το 150% στο 200% του διάμεσου εισοδήματος. Τέλος δίνονται παροχές και επιδοτήσεις, αλλά και ειδικά χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Για παράδειγμα, έχουν δημιουργηθεί αποταμιευτικά προϊόντα στα οποία γάμος, εγκυμοσύνη ή γέννηση παιδιού μπορούν να προσθέσουν 1 έως 3 ποσοστιαίες μονάδες στο επιτόκιο.
Μια οικονομία με λιγότερους εργαζομένους
Το φαινόμενο που για χρόνια περιγραφόταν ως «δημογραφικό πρόβλημα» μετατρέπεται σταδιακά σε μια από τις μεγαλύτερες οικονομικές και κοινωνικές ανατροπές του 21ου αιώνα: έναν κόσμο που γερνά ταχύτερα από όσο ανανεώνεται.
Όταν επί δεκαετίες γεννιούνται λιγότεροι άνθρωποι από όσους πεθαίνουν, δεν μειώνεται απλώς ο πληθυσμός. Αλλάζει η αναλογία ανάμεσα σε εκείνους που εργάζονται και εκείνους που έχουν αποχωρήσει από την αγορά εργασίας.
Αυτό σημαίνει μικρότερη δεξαμενή εργαζομένων, μεγαλύτερες ανάγκες για συντάξεις, υγειονομική περίθαλψη και φροντίδα ηλικιωμένων και αυξανόμενη πίεση στα δημόσια οικονομικά.
Η Ιταλία προβλέπει ότι έως το 2050 περίπου ένας στους τρεις κατοίκους της θα είναι άνω των 65 ετών. Η Αυστραλία εκτιμά ότι ο πληθυσμός άνω των 85 θα τριπλασιαστεί έως το 2066. Στην Κίνα, σχεδόν ένας στους τέσσερις κατοίκους είναι ήδη άνω των 60.
Η μετανάστευση μπορεί να περιορίσει τις συνέπειες, όπως δείχνουν επί χρόνια χώρες όπως η Γερμανία και όπως προβλέπει η Αυστραλία για το δικό της μέλλον. Δεν αλλάζει όμως από μόνη της το βασικό δημογραφικό δεδομένο: σε ολοένα περισσότερες οικονομίες, οι νέες γενιές είναι αριθμητικά μικρότερες από εκείνες που προηγήθηκαν.