Επιδημία ιλαράς βρίσκεται εκτός ελέγχου στις Ηνωμένες Πολιτείες, επιστρέφοντας σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα μετά την εξάλειψή της, με τη μεγαλύτερη δυναμική των τελευταίων δεκαετιών. Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με αύξηση κρουσμάτων μιας ασθένειας που μπορεί δυνητικά να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία, καθώς η υποχώρηση της εμβολιαστικής κάλυψης, οι θύλακοι πληθυσμού που αντιμετωπίζουν με έντονο σκεπτικισμό τα εμβόλια και τα αντιφατικά μηνύματα από την ίδια την κυβέρνηση Τραμπ δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για την εξάπλωση ενός από τους πιο μεταδοτικούς ιούς στον κόσμο.
Με περισσότερα από 2.300 κρούσματα μέσα στους πρώτους επτά μήνες του 2026 – τον υψηλότερο αριθμό των τελευταίων 35 ετών – οι ΗΠΑ κινδυνεύουν πλέον να χάσουν το καθεστώς εξάλειψης της ιλαράς που διατηρούσαν από το 2000.
Η επιδημία έχει λάβει διαστάσεις που προκαλούν ανησυχία στις υγειονομικές Αρχές. Τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων έχουν καταγράψει 2.318 επιβεβαιωμένα κρούσματα ιλαράς το 2026, μόλις επτά μήνες μετά την έναρξη του έτους, ξεπερνώντας το περυσινό υψηλό των 2.289 κρουσμάτων. Τα στοιχεία δείχνουν ταυτόχρονα ότι οι ΗΠΑ έχουν καταγράψει περισσότερα κρούσματα ιλαράς τους τελευταίους 18 μήνες από όσα είχαν καταγραφεί συνολικά κατά τα 25 προηγούμενα χρόνια.
Η τρέχουσα επιδημία ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2025 στο δυτικό Τέξας, σε κοινότητα Μενονιτών με ιδιαίτερα χαμηλή εμβολιαστική κάλυψη. Η άφιξη ενός κρούσματος από το εξωτερικό ήταν αρκετή για να προκαλέσει μαζική μετάδοση σε μια κομητεία όπου το ποσοστό εμβολιασμού έφτανε μόλις το 77%. Η επιδημία εξαπλώθηκε στη συνέχεια σε ολόκληρη τη χώρα, με κρούσματα σε περίπου 45 πολιτείες. Σχεδόν το 93% των ανθρώπων που μολύνθηκαν δεν είχαν εμβολιαστεί ή η εμβολιαστική τους κατάσταση ήταν άγνωστη, ενώ τα παιδιά αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% των μολύνσεων.
Ειδικοί επισημαίνουν ως πρόβλημα το γεγονός ότι η ιλαρά δεν χρειάζεται παρά μικρές ρωγμές στην εμβολιαστική κάλυψη για να επανέλθει. Ο ιός είναι ο πιο μεταδοτικός στον κόσμο και, χωρίς εμβολιασμό, ένα μολυσμένο άτομο μπορεί να μεταδώσει την ασθένεια σε 12 έως 18 ανθρώπους. Για να επιτευχθεί η λεγόμενη ανοσία της αγέλης, απαιτείται εμβολιαστική κάλυψη περίπου 95%. Στις ΗΠΑ, όμως, το ποσοστό μειώθηκε από 95,2% το 2019 σε 92,5% το 2024, με ορισμένες περιοχές να παρουσιάζουν πολύ χαμηλότερα επίπεδα. Σε σχολεία του Σπάρτανμπεργκ της Νότιας Καρολίνας, για παράδειγμα, η κάλυψη είχε υποχωρήσει μόλις στο 20%.
Η πτώση αυτή συνδέεται με τη διεύρυνση της δυσπιστίας απέναντι στα εμβόλια, αλλά και με την αύξηση των «μη-ιατρικών εξαιρέσεων» από τον υποχρεωτικό εμβολιασμό. Οι θρησκευτικές κοινότητες έχουν πληγεί ιδιαίτερα, ενώ ο σκεπτικισμός έχει ενισχυθεί από την παραπληροφόρηση και τις προκαταλήψεις ειδικά για το εμβόλιο MMR. Η στάση του υπουργού Υγείας Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ προκάλεσε επιπλέον αντιδράσεις, καθώς, μολονότι έχει χαρακτηρίσει το MMR «τον πιο αποτελεσματικό τρόπο» πρόληψης της ιλαράς, έχει παράλληλα προωθήσει μη αποδεδειγμένες θεραπείες.
Παράλληλα η ιλαρά είναι κάθε άλλο παρά μια αθώα παιδική ασθένεια. Περίπου ένας στους 20 ασθενείς μπορεί να εμφανίσει πνευμονία, ενώ μία στις 1.000 περιπτώσεις μπορεί να εξελιχθεί σε οξεία εγκεφαλίτιδα. Σε βρέφη, η υποξεία σκληρυντική πανεγκεφαλίτιδα μπορεί να επανενεργοποιηθεί περίπου μία δεκαετία μετά την ίαση και να οδηγήσει σε θανατηφόρα εκφύλιση του νευρικού συστήματος. Η νόσος μπορεί επίσης να προκαλέσει «ανοσολογική αμνησία», καθιστώντας τον οργανισμό ευάλωτο σε ασθένειες που είχε ήδη αντιμετωπίσει.
Η κρίση βεβαίως έχει και περαιτέρω συνέπειες. Τον Νοέμβριο θα εξεταστεί εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα χάσουν το καθεστώς χώρας απαλλαγμένης από την ιλαρά, όπως συνέβη ήδη με τον Καναδά και άλλες χώρες. Ταυτόχρονα, η αντιμετώπιση των εξάρσεων επιβαρύνει ένα ήδη πιεσμένο σύστημα δημόσιας υγείας, το κόστος των μέτρων και των καραντινών ανήλθε το 2025 σε περίπου 244 εκατομμύρια δολάρια, ενώ ο εμβολιασμός των ανθρώπων που μολύνθηκαν θα είχε κοστίσει μόλις ένα κλάσμα αυτού του ποσού.