Μισογεμάτο επιλέγει η κυβέρνηση να βλέπει το ποτήρι των τελευταίων καλοκαιρινών δημοσκοπήσεων, σύμφωνα με τις δημόσιες τοποθετήσεις κορυφαίων στελεχών, ωστόσο στο παρασκήνιο εξετάζονται εντατικά τα ανοιχτά τραύματα.
Διότι αυτά κρατούν τη ΝΔ, παρά τη σταθερή διατήρηση της πρωτιάς, έξω από μια τροχιά ρεαλιστικής διεκδίκησης της αυτοδυναμίας. Ο σχεδιασμός για να αντιστραφεί η εικόνα δυσαρέσκειας για κυβερνητικούς χειρισμούς – κυρίως, για να σταθεροποιηθεί η γαλάζια βελόνα σε υψηλότερα ποσοστά από το περιβάλλον επίδοσης του κόμματος στις ευρωεκλογές, όπως είναι το μεγάλο στοίχημα που δεν έχει κερδηθεί ακόμα – έχει διπλό χρονοδιάγραμμα και διπλό άξονα.
Μέχρι το τέλος του Αυγούστου, επιδιώκεται μπαράζ «παραδόσεων» (π.χ., έργων υποδομής όπως το μετρό Θεσσαλονίκης, ο ΒΟΑΚ, ο Ε65), ενώ μετά την αφετηρία του Σεπτεμβρίου το βάρος θα πέφτει περισσότερο στις προγραμματικές δεσμεύσεις της επόμενης περιόδου. Αυτό σημαίνει ότι η εκλογική στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη θα στηριχτεί σε δύο πυλώνες: με τα λόγια του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη (Alpha 9.89) «θα προβάλουμε το έργο μας, που είναι σημαντικό, αλλά δεν προτιθέμεθα να ζητήσουμε ψήφο ευγνωμοσύνης, θα ζητήσουμε ψήφο ρεαλιστικής ελπίδας».
Εξού και από το βήμα της ΔΕΘ, ο Μητσοτάκης σχεδιάζει ήδη να παρουσιάσει τόσο ένα πακέτο οικονομικών μέτρων για το 2027 όσο και μια λίστα με ορόσημα (μεταρρυθμιστικά) με πιο μακρινό ορίζοντα – την «Ελλάδα του 2030» –, ανεξάρτητα από το αν στο τέλος του Αυγούστου λάβει τελικές αποφάσεις, όπως εκτιμάται, για τον χρονισμό της εθνικής κάλπης.
Εν μέσω σεναρίων για εκλογές ακόμα και τον Σεπτέμβριο, τα οποία διαψεύδονται, όπως αναμένεται, από τα κεντρικά, αφενός ο κομματικός μηχανισμός παλεύει να ξαναρίξει γέφυρες με απογοητεύμενα ακροατήρια και με «δύσκολες» περιοχές (στις περιοδείες εκτός Αθήνας σκοπεύει να επιστρέψει εντός της εβδομάδας και ο Μητσοτάκης), αφετέρου ο Πρωθυπουργός προσπαθεί να κινείται με τις «ατζέντες» (όπως εκείνη της εξωτερικής πολιτικής) στις οποίες φαίνεται να κρατά συγκριτικό πλεονέκτημα, έστω με απώλειες.
Ταυτόχρονα οι πληγές για τη ΝΔ είναι δεδομένες: κι αυτό ενόσω η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί το κυρίαρχο κριτήριο ψήφου για το 68,5% των πολιτών, ενώ ακολουθούν τα θεσμικά και κοινωνικά ζητήματα με 49,9% και 41,8% αντίστοιχα (GPO/iefimerida).
Με βάση αυτά, το Μαξίμου επιλέγει να επιστρέψει στον διμέτωπο με Αλέξη Τσίπρα και με το «ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη» κυρίως ως προς την οικονομία. Από την κυβέρνηση επιχειρούν να ταυτίσουν ΠΑΣΟΚ και Τσίπρα στο ίδιο κάδρο, εκείνο της παροχολογίας. «Τάζουν τα πάντα χωρίς κοστολόγηση και χωρίς πολιτική υπευθυνότητα» λένε συντονισμένα τα κυβερνητικά στελέχη.