Εβδομάδες πριν από το ταξίδι του στην Κίνα, που ξεκινά την Πέμπτη, ο αμερικανός πρόεδρος Τραμπ προέβλεπε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι ο κινέζος ομόλογός του Σι Τζινπίνγκ θα τον «αγκαλιάσει δυνατά όταν θα φτάσω εκεί». Ομως η σύνοδος των δύο πιο ισχυρών ηγετών του κόσμου δεν θα είναι εύκολη, αντίθετα μάλιστα θεωρείται πολύ επικίνδυνη, καθώς το υψηλό διακύβευμα θα μπορούσε να διαμορφώσει το επόμενο στάδιο της αντιπαλότητας μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων του κόσμου. Τα θέματα είναι πολλά, το μεγάλο αγκάθι είναι το Ιράν – εχθρός της Ουάσιγκτον και στενός σύμμαχος του Πεκίνου.
Οι τύποι θα κρατηθούν και η υποδοχή θα είναι επιβλητική, αλλά το μεγαλείο της δεν αναμένεται να ανταγωνιστεί την πρώτη επίσκεψη Τραμπ στην Κίνα το 2017. Πολλά έχουν αλλάξει από την τελευταία συνάντηση των δύο ηγετών. Ο Τραμπ βρίσκεται τώρα σε πόλεμο με το Ιράν, τον στενότερο εταίρο της Κίνας στη Μέση Ανατολή, γεγονός που έχει οδηγήσει σε παγκόσμια ενεργειακή κρίση και έχει εκτρέψει μεγάλη δύναμη πυρός των ΗΠΑ από την Ασία.
Ο πόλεμος έχει επίσης εξαντλήσει τα αμερικανικά πυρομαχικά, εγείροντας αμφιβολίες μεταξύ ορισμένων κινέζων αναλυτών σχετικά με την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να υπερασπιστούν την Ταϊβάν, έναν στενό εταίρο της Ουάσιγκτον, σε περίπτωση μιας κινεζικής επιχείρησης στο νησί. Ο πρόεδρος Σι αντιμετωπίζει τις δικές του προκλήσεις καθώς παλεύει με την επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, τις υψηλότερες τιμές ενέργειας και την πιθανότητα μιας παγκόσμιας ύφεσης που θα έβλαπτε την οικονομία της χώρας του η οποία εξαρτάται από τις εξαγωγές.
Ο ανταγωνισμός
Η επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο γίνεται σε μια εποχή που οι ΗΠΑ και η Κίνα ανταγωνίζονται για την κυριαρχία στο εμπόριο και την τεχνολογία, καθώς και για την παγκόσμια επιρροή. Τον περασμένο Οκτώβριο, ο Σι και ο Τραμπ συναντήθηκαν στη Νότια Κορέα και συμφώνησαν σε εκεχειρία στον εμπορικό τους πόλεμο, με τις ΗΠΑ να χαλαρώνουν τους δασμούς που είχαν φτάσει το 145%, αφού το Πεκίνο περιόρισε την προμήθεια στις ΗΠΑ κρίσιμων ορυκτών που απαιτούνται για την κατασκευή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Η ικανότητα της Κίνας να αντιμετωπίσει την αμερικανική δασμολογική επίθεση σηματοδότησε μια σημαντική στιγμή στον στρατηγικό ανταγωνισμό μεταξύ της ανερχόμενης υπερδύναμης και της, μέχρι τώρα, ηγέτιδας, θολώνοντας την εικόνα της «παντοδύναμης Αμερικής».
Αμερικανοί αξιωματούχοι λένε ότι και οι δύο πλευρές επιδιώκουν τώρα «στρατηγική σταθερότητα» προκειμένου να κερδίσουν χρόνο για να εργαστούν πάνω στις αδύναμες θέσεις τους – συμπεριλαμβανομένων σπάνιων γαιών για τις ΗΠΑ και ημιαγωγών για την Κίνα. Αλλοι όμως, σημειώνει η «El Pais», κάνουν λόγο, υποτιμητικά, για «στρατηγική υποταγή» εκ μέρους των ΗΠΑ και ανησυχούν ότι η Ουάσιγκτον καταργεί τον ρόλο της στην εξασφάλιση της παγκόσμιας τάξης έναντι του αυξανόμενου αυταρχισμού με επικεφαλής τον Σι και τον ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν.
Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στην Ασία ανησυχούν ιδιαίτερα ότι ο Τραμπ – ο οποίος στη συνάντησή του με τον Σι τον περασμένο Οκτώβριο τον περιέγραψε ως «φίλο μου εδώ και πολύ καιρό» – μπορεί να κάνει παραχωρήσεις στην περιφερειακή ασφάλεια, ειδικά στην Ταϊβάν, την οποία το Πεκίνο θεωρεί ως έδαφός του. Ο αμερικανός πρόεδρος κατά καιρούς φαινόταν αμφίθυμος για την Ταϊβάν, παρά τη σημασία της για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους ως στρατηγικού προπυργίου στον Δυτικό Ειρηνικό και την κυριαρχία της στην προηγμένη βιομηχανία ημιαγωγών.
Σημαντικά επιτεύγματα
Από την άλλη, εάν ο Τραμπ καταφέρει να πείσει τον Σι να συνεχίσει την εμπορική εκεχειρία και να κάνει μεγάλες αγορές αμερικανικών γεωργικών προϊόντων, αυτά θα ήταν «σημαντικά επιτεύγματα», υποστηρίζει ο Νικ Μπερνς, πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Κίνα και νυν καθηγητής στη Σχολή Κένεντι του Χάρβαρντ. «Οι Κινέζοι θα προσπαθήσουν να πείσουν τον πρόεδρο να συμφωνήσει σε μια σημαντική αλλαγή στην πολιτική της Ουάσιγκτον απέναντι στην Ταϊβάν. Αυτό θα ήταν ένα σημαντικό, ιστορικό λάθος για τον πρόεδρο Τραμπ».
Καθώς ο Τραμπ ετοιμάζεται να επισκεφθεί το Πεκίνο, σημειώνουν οι «Financial Times», ελπίζει ότι μπορεί να εξασφαλίσει εξαιρετικά ορατές διπλωματικές «νίκες» για να φέρει πίσω στον Λευκό Οίκο, όπως οι πωλήσεις Boeing και σόγιας, και ίσως ένα νέο «συμβούλιο εμπορίου» για να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει τις εμπορικές συγκρούσεις των δύο χωρών. Αλλά ο Τραμπ θα αντιμετωπίσει μια Κίνα με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση αυτή τη φορά.
Παρά τα πολλά οικονομικά της προβλήματα, που κυμαίνονται από την κατάρρευση της αγοράς των ακινήτων, την ανεργία των νέων έως τη δημογραφική παρακμή, οι ηγέτες της χώρας πιστεύουν ότι έχουν το πάνω χέρι όσον αφορά τον έλεγχο του εμπορίου και των εξαγωγών. «Η εντύπωσή μου είναι ότι ο Τραμπ έχει περάσει από μια καμπύλη μάθησης με την Κίνα… Υστερα από αρκετούς γύρους πάλης με την Κίνα, άρχισε να συνειδητοποιεί ότι είναι πιο ισχυρός αντίπαλος από ό,τι νόμιζε», λέει ο Λι Γου, καθηγητής Οικονομίας του Πανεπιστημίου Φουντάν. Θεωρεί μάλιστα ότι ο Σι πιθανότατα θέλει να ενισχύσει τη σχέση με τον Τραμπ, πιστεύοντας ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ είναι λιγότερο επιθετικός σε θέματα ασφάλειας που σχετίζονται με την Κίνα από τους περισσότερους ειδικούς στην Ουάσιγκτον – και πολλούς από τους δικούς του αξιωματούχους – και ότι θα μπορούσε να κάνει παραχωρήσεις σε κρίσιμα ζητήματα.
Κινεζική βοήθεια
Θεωρείται βέβαιο ότι ο Τραμπ ελπίζει σε κινεζική βοήθεια με το Ιράν. Ο Βίκτορ Σι, καθηγητής Κινεζικής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, θεωρεί πως η θέση του Πεκίνου ενισχύεται από την επιρροή της στην Τεχεράνη, καθώς είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου. «Ισως να ζητήσουν κάποιο είδος παραχωρήσεων σχετικά με την Ταϊβάν και στη συνέχεια να πουν πραγματικά στους Ιρανούς να το σταματήσουν», υποστηρίζει. «Εάν ο πρόεδρος Τραμπ σιωπήσει για τις πολλές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την κινεζική κυβέρνηση – στο Σιντζιάνγκ, το Θιβέτ, τη Μογγολία, τις συνεχιζόμενες καταστολές των θρησκευτικών δικαιωμάτων -, αυτό θα είναι νίκη για τους Κινέζους», προσθέτει ο Μπερνς.
Ο,τι και να συμβεί, ο Νιλ Τόμας, ειδικός στην κινεζική πολιτική στο Ινστιτούτο Πολιτικής της Κοινωνίας της Ασίας, πιστεύει ότι η προσωπική χημεία μεταξύ των προέδρων πιθανότατα δεν θα υπερισχύσει της μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικής κατεύθυνσης της σχέσης, με τον Σι να έχει μόλις κλειδώσει ένα πενταετές σχέδιο που επικεντρώνεται στη χρήση της βιομηχανικής πολιτικής για να νικήσει τη Δύση στις προηγμένες τεχνολογίες, ενώ οι ΗΠΑ στρέφονται στην τεχνητή νοημοσύνη και τους ημιαγωγούς για να διατηρήσουν την παγκόσμια κυριαρχία τους.