Θα συνυπάρξουν μεγαλοπρέπεια και εντυπωσιακές τελετές. Συγκεκριμένα αποτελέσματα, όχι τόσο. Ο κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ αναμενόταν στην Ουάσιγκτον τα ξημερώματα για μια πολυσυζητημένη σύνοδο κορυφής με τον αμερικανό ομόλογό του, Ντόναλντ Τραμπ. Η συνάντηση στοχεύει στη διατήρηση της προσέγγισης μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου και στην επίτευξη συγκεκριμένης, αν και πιθανώς περιορισμένης, προόδου στους μηχανισμούς που συμφωνήθηκαν κατά την επίσκεψη του αμερικανού προέδρου στο Πεκίνο τον Μάιο. Ο πρωταρχικός στόχος είναι να διατηρηθούν ανοιχτά τα κανάλια διαλόγου, να υπάρξει διαχείριση των σημείων τριβής και να αποτραπεί από το να εκτροχιασθούν οι διμερείς σχέσεις.
Ο ένοικος του Λευκού Οίκου σχεδιάζει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να τιμήσει τον οικοδεσπότη του: υποδοχή από τον ίδιο στη στρατιωτική βάση Αντριους μαζί με μια μικρή επίδειξη από στρατιωτικά αεροσκάφη. Για την τριήμερη επίσκεψη έχει προγραμματιστεί συνάντηση εργασίας, επίσημο δείπνο και την Παρασκευή τελετή τσαγιού και επίσκεψη στα Εθνικά Αρχεία της Ουάσιγκτον, όπου φυλάσσεται η αρχική Διακήρυξη Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ.
Στο πρώτο ταξίδι του κινέζου προέδρου στις ΗΠΑ, έπειτα από τρία χρόνια, γίνεται σαφής προσπάθεια να περιορισθούν οι εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών. Οι προσδοκίες για μια μεγάλη ανακοίνωση είναι ελάχιστες. Σύμφωνα με διπλωμάτες, ο Σι είναι πιθανό να θέσει με σθένος τις αξιώσεις του Πεκίνου στην Ταϊβάν, ένα θέμα που η Ουάσιγκτον θα προτιμούσε να αποφύγει.
Γι’ αυτό και ο Τραμπ φαίνεται, όπως σημειώνουν οι «Financial Times», να έχει περιορίσει τις φιλοδοξίες των «γερακιών» στην κυβέρνησή του, που επιδιώκουν μια πιο επιθετική πολιτική ώστε να περιοριστεί ο μεγαλύτερος γεωπολιτικός αντίπαλος της Αμερικής. Αυτό, άλλωστε, έδειξε και η εκεχειρία που έχει συμφωνηθεί μεταξύ Πεκίνου και Ουάσιγκτον μέχρι τον Νοέμβριο, έπειτα από τους υπερβολικούς δασμούς που προσπάθησε να επιβάλει στην Κίνα ο πρόεδρος Τραμπ. Το Πεκίνο τότε είχε απαντήσει περιορίζοντας τη ροή σπάνιων γαιών προς τις ΗΠΑ – ένα πλήγμα για τις αμερικανικές εταιρείες, που ανάγκασε τον αμερικανό πρόεδρο να αλλάξει στάση.
«Ο Τραμπ δεν ήταν ποτέ το καθαρόαιμο “γεράκι» της Κίνας που φαντάζονταν κάποιοι», σχολιάζει ο Τζούλιαν Γκέβιρτζ, ιστορικός στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, ο οποίος ήταν αξιωματούχος στην κυβέρνηση Μπάιντεν για θέματα Κίνας. «Οταν εμφανίστηκε στη σκηνή ως πολιτική δύναμη, η ρητορική του έσπασε το καλούπι, λέγοντας ότι η Κίνα καταπατούσε οικονομικά τις ΗΠΑ. Αλλά ποτέ δεν τον ένοιαζαν ιδιαίτερα τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Κίνα ή τα παραδοσιακά ζητήματα ασφάλειας στον δυτικό Ειρηνικό».
Ο Τραμπ είναι πιθανό να διατηρήσει τους αυστηρούς ελέγχους στις εξαγωγές των ΗΠΑ, παρά τις αντιρρήσεις του Σι. Ωστόσο, οι συνομιλίες που έχουν προγραμματιστεί για σήμερα θα μπορούσαν παρ’ όλα αυτά να οδηγήσουν σε συμφωνίες για τη μείωση των δασμών σε συγκεκριμένους τομείς, τη συνεργασία για την αντιμετώπιση του εμπορίου ναρκωτικών και την επέκταση του διαλόγου μεταξύ στρατιωτικών. Ο πρόεδρος Τραμπ αναμένεται, επίσης, να επιδιώξει την απελευθέρωση ορισμένων αμερικανών και άλλων που κρατούνται στην Κίνα.
Ενα από τα θέματα που σίγουρα θα συζητηθούν είναι η τεχνητή νοημοσύνη, όπου οι δύο χώρες βρίσκονται σε έντονο ανταγωνισμό, αλλά έχουν επίγνωση των αυξανόμενων κινδύνων, ιδιαίτερα μετά τις προειδοποιήσεις από αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς και τις εκκλήσεις για περιορισμό της ανάπτυξής της.
Ο Τραμπ υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε έναν αγώνα δρόμου με την Κίνα για την κυριαρχία σε αυτόν τον κλάδο: «Οποιος κερδίσει την ΤΝ, κερδίζει», έχει επανειλημμένα δηλώσει, κάτι που επανέλαβε και στην ομιλία του την Τρίτη στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, προσθέτοντας όμως ότι η χώρα του έχει πολύ μεγάλο προβάδισμα στον τομέα αυτό έναντι της Κίνας – χωρίς κανείς να ξέρει εάν αυτό ισχύει. Την Κυριακή οι υπουργοί Οικονομικών των δύο χωρών συμφώνησαν να επισημοποιήσουν έναν διάλογο για την τεχνητή νοημοσύνη, να διερευνήσουν ένα κανάλι επικοινωνίας για περιστατικά που επηρεάζουν την εθνική ασφάλεια και να συναντηθούν ξανά τον Νοέμβριο κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής APEC στη Σενζέν, στη νότια Κίνα.
Η σύνοδος κορυφής στην Ουάσιγκτον έρχεται σε μια δύσκολη στιγμή για τον Τραμπ, ο οποίος βλέπει τα ποσοστά αποδοχής του να πέφτουν διαρκώς, καθώς αυξάνεται η δημόσια δυσαρέσκεια για τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν, λίγο πριν από τις κρίσιμες εκλογές για το Κογκρέσο, τον Νοέμβριο. Οι δύο ηγέτες επιδιώκουν να διατηρήσουν τη «στρατηγική σταθερότητα» στην οποία αναφέρθηκαν τον Μάιο και να συνεχίσουν την εμπορική εκεχειρία που συμφωνήθηκε πέρυσι στη συνάντησή τους στη Νότια Κορέα, χωρίς να αφήσουν τα σκαμπανεβάσματα της διμερούς συνάντησης να τους αποσπάσουν την προσοχή από τα δικά τους εσωτερικά προβλήματα. Ο κινέζος πρόεδρος επιθυμεί ηρεμία για να επικεντρωθεί στα προβλήματα της οικονομίας της χώρας του.
«Πρόκειται για τη διαχείριση αυτής της σχέσης, για την οποία και οι δύο είναι πεπεισμένοι ότι μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω τακτικής επαφής μεταξύ τους», λέει στην «El Pais» ο Εντγκαρ Κάγκαν του think tank CSIS στην Ουάσιγκτον. Ο Σουν Τσενκχάο, ερευνητής στο Κέντρο Διεθνούς Στρατηγικής και Ασφάλειας στο πανεπιστήμιο Τσινγκχουά, πιστεύει ότι η «στρατηγική σταθερότητα» σημαίνει ότι και οι δύο πλευρές προσπαθούν να αποτρέψουν μια εμπορική, τεχνολογική ή αμυντική διαμάχη από το να «σύρει ολόκληρη τη σχέση σε έναν φαύλο κύκλο».