Οταν το 1971 η κριτικός τέχνης Λίντα Νότσλιν έγραψε το επιδραστικό της δοκίμιο «Why Have There Been No Great Women Artists?» για τη σύγχρονη τέχνη, επισημαίνοντας την απουσία προβολής των γυναικών καλλιτεχνών, προκάλεσε αναταραχή στο καθεστώς της τέχνης και ένα κάλεσμα για αγώνα προς κάθε κατεύθυνση.
Εκεί, στη Νέα Υόρκη, βρισκόταν η Τσε Ρόζερ, ανάμεσα σε φίλες συγγραφείς, ποιήτριες και καλλιτέχνιδες, όλες τους αδύναμες να εξελίξουν την καριέρα τους. Αλλά με τις συγγραφικές ευλογίες της Νότσλιν, αποφασισμένες να διεκδικήσουν αναγνώριση.
«Eτσι, μαζευτήκαμε, παραπονεθήκαμε και αποφάσισα ότι πρέπει να κάνουμε μια συνάντηση και να το συζητήσουμε σοβαρά», λέει στη βρετανική εφημερίδα «The Guardian» η Τσε Ρόζερ, 101 ετών σήμερα, εξηγώντας ότι η συνάντησή τους στο διαμέρισμά της οδήγησε στην ίδρυση του Women in the Arts Foundation και στις κινητοποιήσεις τους στους δρόμους της Νέας Υόρκης που άλλαξαν τη σκηνή της τέχνης.
Η προσωπική της ιστορία συνεχίστηκε και η Τσε Ρόζερ φτάνει στο Λονδίνο ως η πρώτη αμερικανίδα καλλιτέχνις που κάνει το ευρωπαϊκό της ντεμπούτο σε ηλικία άνω των 100 ετών με έκθεση στην γκαλερί Veneklasen. Η μνήμη της γεννημένης στις ΗΠΑ από κινέζους γονείς Ρόζερ είναι τόσο οξεία και ζωντανή όσο και η τέχνη που συνεχίζει να δημιουργεί στο εργαστήριό της, όπου εργάζεται εδώ και περισσότερα από 70 χρόνια.
Και για εκείνη την καθοριστική στιγμή του 1971 η Τσε Ρόζερ θυμάται ότι υπήρχε η αντίληψη ότι, ως γυναίκες της μεσαίας τάξης, φοβούνταν να διεκδικήσουν τον εαυτό τους. Αρχικά συμμετείχαν μόνο λίγες γυναίκες, αλλά την τρίτη φορά η καλλιτέχνις Ιλέιν ντε Κούνινγκ, σύζυγος του Βίλεμ ντε Κούνινγκ, είχε προσφέρει το εργαστήριό της για τις συναντήσεις τους. «Και από στόμα σε στόμα, επειδή ήθελαν να δουν το εργαστήριο της Ιλέιν, εμφανίστηκαν πολύ περισσότερες και αποφασίσαμε να κάνουμε διαδήλωση».
Ο πατέρας μιας καλλιτέχνιδας ήταν αστυνομικός και τους είπε ότι μπορούσε να κλείσει την 53η Οδό μπροστά από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. «Ετσι, εκμεταλλευτήκαμε την ευκαιρία. Αποφασίσαμε να κάνουμε μια χαρούμενη διαδήλωση. Δεν θα ήμασταν σαν τους άντρες, σκληρές και επιθετικές. Φυσικά, ήμασταν επιθετικές, αλλά δεν ήμασταν σκληρές».
Ζωγραφίζει καθημερινά
Οι διαδηλώτριες αποτελούσαν ένα πλήρες φάσμα της ιστορίας της τέχνης, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Η Τζόαν Μίτσελ εμφανίστηκε μόλις κατέβηκε από το αεροπλάνο από τη Γαλλία. Η Λουίζ Μπουρζουά στεκόταν μπροστά από το MoMA κρατώντας ένα μεγάλο πανό με τη λέξη «ΝΟ» γραμμένη πάνω του.
Η Πατ Πάσλοφ κρατούσε ψηλά ένα πλακάτ που έγραφε: «Το MoMA αγαπά τον Μπαμπά». «Κάναμε πολύ θόρυβο. Χορέψαμε στον δρόμο. Τον κλείσαμε», λέει η Ρόζερ. Αν και το όνομά της δεν είναι τόσο γνωστό όσο ήταν κάποτε, αναφέρει η «Guardian», η Τσε Ρόζερ συνεχίζει να ζωγραφίζει, δημιουργώντας μερικές φορές δύο ή τρεις πίνακες την ημέρα, με την πεποίθηση ότι έχει έργα φυλαγμένα για τις μελλοντικές γενιές σε όλα τα ιδρύματα της Νέας Υόρκης, κατά των οποίων κάποτε διαμαρτυρήθηκε.
Στα φωτεινά αφηρημένα έργα που εκτίθενται στην αναδρομική της έκθεση, οι ρυθμοί της ποίησης συνδυάζονται με την πινελιά της καλλιγραφίας, την οποία σπούδασε μαθητεύοντας στον ιάπωνα δάσκαλο Νανκόκου Χιντάι.
Ενώ ο Χιντάι τής έμαθε να ζωγραφίζει με απλωμένες πινελιές «και να χρησιμοποιώ τα μπράτσα μου αντί για τους καρπούς μου», η ποίηση παραμένει βασική πηγή έμπνευσης: «Αν μου πεις έναν στίχο, εγώ βλέπω έναν πίνακα».