Τη γνώρισα ένα μαγιάτικο μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας, όπου βρέθηκε προσκεκλημένη στο πλαίσιο ενός προγράμματος συγγραφικής φιλοξενίας της γαλλικής πρεσβείας. Η Delphine Grouès, βραβευμένη με το Prix du Quai d’Orsay, είναι διευθύντρια του Ινστιτούτου Δεξιοτήτων και Καινοτομίας στο γαλλικό Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών Sciences Po, είναι συγγραφέας, και είναι ερωτευμένη με τη Χιλή.
Το πάθος της για τη χώρα αυτή την οδήγησε και την οδηγεί σε συγγραφικές, αλλά και απολύτως ρεαλιστικές και περιπετειώδεις, διαδρομές που αναδύονται μέσα από τη γραφή της, αλλά και την ευθεία και καθαρή της ματιά καθώς μιλά για τη χώρα που αγαπά.
Γιατί, λοιπόν, η Χιλή;
Από τα πολύ νεανικά μου χρόνια γοητευόμουν από τον ισπανικό πολιτισμό – κυρίως από τη μουσική και τη λογοτεχνία του. Είχα πάει στην Ισπανία για μορφωτικά σεμινάρια, είχα ακολουθήσει πρόγραμμα Erasmus στη Γρανάδα, και σκεφτόμουν να συνεχίσω τις σπουδές μου εκεί και να σπουδάσω στο Πανεπιστήμιο ειδικά για τις σχέσεις και τους πολιτιστικούς και πολιτικούς δεσμούς που συνδέουν τις χώρες του Νότιου Κώνου της Λατινικής Αμερικής (Αργεντινή, Χιλή, Ουρουγουάη).
Μια καθηγήτριά μου τότε αφιέρωσε ένα μάθημα ειδικά στη Χιλή: στην πολιτισμικά πλούσια δεκαετία του ’60 εκεί, και στο κίνημα του «Νέου Τραγουδιού» (Nueva Canción Chilena) που εμπνεόταν από τις λαϊκές παραδόσεις για να συνθέτει τραγούδια διαμαρτυρίας. Μας έβαλε ν’ ακούσουμε τρία απ’ αυτά, και ήταν για μένα μια αποκάλυψη.
Έτσι αποφάσισα να κάνω ένα μεταπτυχιακό και μετά ένα διδακτορικό, με θέμα «Κραυγές και Γραφές της καταπίεσης, Χιλή 1880-1973» – δηλαδή για το πώς εκφραζόταν η εξέγερση μέσα από τις χιλιανές λαϊκές παραδόσεις. Και μετά είχα τη δεύτερη αποκάλυψή μου, όταν επισκέφτηκα τη χώρα. Την πρώτη φορά τη διέσχισα αεροπορικά, και αυτό που είδα κυριολεκτικά με συγκλόνισε.
Η γεωγραφία του τόπου είναι μοναδικής ομορφιάς: εκπέμπει μια δύναμη γήινη, μεταλλική, πετρώδη, την οποία ξανασυναντώ κάθε φορά που πάω εκεί, εδώ και είκοσι χρόνια. Κι έτσι, μετά από αυτό, αποφάσισα να την εξερευνήσω. Και το έκανα πολλές φορές, συχνά πάνω σε άλογο και με συντροφιά έναν γκάουτσο, για να βρίσκομαι όσο πιο κοντά μπορούσα στη φύση, και στην ωμή πραγματικότητα της χώρας.
Και πώς λοιπόν είναι σήμερα αυτή η χώρα;
Σήμερα είναι μια χώρα που πρέπει ν’ αντιμετωπίσει τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής με τον πιο δραματικό και άμεσο τρόπο, ακόμα πιο επιτακτικά από τις άλλες περιοχές του κόσμου. Είναι ένας τόπος των άκρων, όπου οι ερημιές του Βορρά είναι οι πιο άγονες του πλανήτη και ο Νότος μαστίζεται από τους ανταρκτικούς ανέμους· ένας τόπος που υφίσταται ακόμα πιο βασανιστικά τις καταστροφικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
Ως προς την κοινωνία της, η Χιλή είναι ακόμα πολύ διχασμένη· κυρίως ως προς τις συγκρουσιακές της μνήμες για το βαρύ παρελθόν. Και έχει μια νεολαία που αγωνίζεται να βρει τον δικό της χώρο για να εξελιχθεί.
Η μνήμη της δικτατορίας είναι απαραίτητη για να καταλάβουμε τη Χιλή;
Είτε αφορά τους αντιτιθέμενους είτε τους υποστηρικτές της δικτατορίας στη Χιλή, η χώρα έζησε ένα «Πριν» και ένα «Μετά» το πραξικόπημα. Εκείνη η στιγμή της ρήξης είναι η απαραίτητη, για να καταλάβει κανείς τα θεμέλια της Χιλής σήμερα, για να ακούσει και να νιώσει τις κραυγές και τις σιωπές της.
Η μνήμη της δικτατορίας είναι σίγουρα παρούσα σε όλες τις πολιτικές εκδηλώσεις και δηλώσεις, όλων των πλευρών. Αν δεν το δούμε και το αποδεχτούμε, είναι δύσκολο να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα αυτής της χώρας, και να οραματιστούμε ένα στέρεο μέλλον της.
Είστε, επίσης, λάτρις της ιππασίας. Διασχίζετε τη χώρα ιππεύοντας. Φαντάζομαι τις μαγικές εμπειρίες κι αισθήσεις…
Το να διατρέχεις τη χώρα ή να διασχίζεις την Κορντιλιέρα πάνω σε άλογο είναι μια εμπειρία που δεν μοιάζει με καμία άλλη. Ερχόμαστε σ’ επαφή και συνδεόμαστε με την υπέροχη, ζωογόνα αίσθηση των αλόγων, αλλά και των σκυλιών που πορεύονται μαζί μας, κι είναι σαν να γινόμαστε κένταυροι! Νιώθουμε έτσι το τοπίο μ’ έναν άλλο τρόπο. Πολλαπλασιάζονται οι δυνάμεις αντίληψής μας.
Ας σημειωθεί ότι συχνά, το πιο ασφαλές είναι να εμπιστευόμαστε την ισορροπία μας στο άλογο, ειδικά όταν διασχίζουμε απόκρημνες οροσειρές. Η ιππική κουλτούρα των Λατινοαμερικάνων πάντα με γοήτευε. Όταν ήμουν παιδί, εκπροσωπούσε για μένα την πεμπτουσία της ανεξαρτησίας: αυτό ονειρευόμουν, καθισμένη στα σχολικά μου θρανία. Και μια μέρα μπόρεσα επιτέλους να το ζήσω και να βυθιστώ στον κόσμο των γκάουτσο, τόσο πλούσιο σε πληροφορίες και σε σοφία, ιδιαίτερα σε ό,τι σχετίζεται με τη φύση. Είναι ένας κόσμος όπου βασιλεύει η αλληλεγγύη.
Ζείτε ανάμεσα σε δυο κόσμους: διασχίζετε τα σύνορα ανάμεσα στη Γηραιά Ηπειρο και τη Λατινική Αμερική, ανάμεσα στη Λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων και τις Ανδεις, ανάμεσα στην εξερεύνηση του αγνώστου και στην περιγραφή των ορίων. Πώς καταφέρνετε αυτούς τους δρασκελισμούς σε χώρο και χρόνο, σε ψυχικά τοπία και ανθρώπινες μοίρες τόσο διαφορετικές;
Αυτά τα σύνορα είναι περισσότερο νοερά παρά πραγματικά. Μ’ αρέσει η εξερεύνηση, οι διασταυρώσεις, το να μπορώ να εμπλουτίζομαι με διαφορετικές αλήθειες που συνδέονται, τελικά, από την ίδια βασική ζωτική δύναμη. Ψάχνω τη ζωή εκεί όπου αναπνέει, ψάχνω τον σφυγμό της, είτε βλέποντας τον ήλιο ν’ ανατέλλει από την άκρη μιας κορυφογραμμής, είτε ακούγοντας έγχορδα να πάλλονται σε μια συναυλιακή αίθουσα του Παρισιού. Ο κόσμος σήμερα έχει την τάση να διαχωρίζει, αλλά και να περιορίζει· εγώ προτιμώ ν’ ανοίγω τα παράθυρα πλατιά, να αντιμετωπίζω το άγνωστο ή το διαφορετικό ως ανακάλυψη, και όχι ως σύνορο. Αλλά το πιο ευαίσθητο είναι το θέμα της διαχείρισης του χρόνου: η μεγάλη πρόκληση είναι πώς να συνηθίζουμε και πάλι στους φρενήρεις ρυθμούς των πόλεων, εκεί όπου τρέχουμε ασταμάτητα χωρίς να ξέρουμε απαραίτητα προς τα πού, αντί να αναπνέουμε και να βραδύνουμε τα βήματά μας. Η φαντασία βοηθά κάπως στην προσαρμογή μας σ’ αυτό το πηγαινέλα.
Υπάρχει, στα βιβλία σας, ένας συνδυασμός γοητευτικός (και τόσο δύσκολος να επιτευχθεί, όταν πρόκειται για αληθινό λογοτεχνικό έργο) της Ιστορίας, στην περίπτωσή σας της ιστορίας της Χιλής, με τη μυθοπλασία: αυτό που ονομάζουμε «ιστορικό μυθιστόρημα». Μπορεί να γίνει η λογοτεχνία μέσο και τρόπος μεταβίβασης της ιστορικής μνήμης και κατανόησης των γεγονότων που σημάδεψαν μια χώρα;
Η λογοτεχνία ξέρει να ελίσσεται ανάμεσα στις σχισμές· να ζωντανεύει αυτό που δύσκολα εκφράζεται, να εισχωρεί στις αμφιβολίες. Μπορεί να μας επιτρέψει να ακούσουμε ιστορίες βουβές και αισθήματα σιωπηλά, και να θέσει ερωτήματα. Δεν πιστεύω ότι είναι το μέσο για τη διαλεύκανση γεγονότων, αυτή είναι δουλειά που πρέπει να εμπιστευόμαστε στους ιστορικούς, όμως σίγουρα γεννά απορίες κι ερωτήσεις και αφυπνίζει κάποια θέματα που είναι αφημένα στη σιωπή, γιατί επιστρατεύει τις αισθήσεις και διανοίγει απέραντες διόδους ελευθερίας.
Πιστεύετε επομένως πως οι ατομικές μοίρες των ανθρώπων επιτρέπουν να φωτιστεί η μεγάλη Ιστορία και να γίνουν πιο προσιτές ορισμένες περίοδοι άγνωστες, σύνθετες, ακόμα και οδυνηρές;
Συχνά η μεγάλη Ιστορία γίνεται πιο κατανοητή όταν ενδιαφερόμαστε για τις ατομικές μοίρες και ιστορίες των ανθρώπων που προσπάθησαν να περιηγηθούν στους ωκεανούς της. Επικεντρώνοντας πάνω σε ένα πρόσωπο, μπορούμε ν’ αποκτήσουμε μια ματιά πιο σφαιρική, πιο παγκόσμια. Η λογοτεχνία προτείνει αλλαγές που μας βοηθούν στον τρόπο μας, συχνά αγκυλωμένο, να προσεγγίζουμε το αληθινό.
Η «πολιτική», με την ευρεία έννοια, αποτελεί μέρος της γραφής σας; Παίρνετε μέρος, εκφράζετε άποψη, ή αφήνετε στους ήρωές σας την ελευθερία να πιστεύουν και να πράττουν όπως καταλαβαίνουν;
Ενώ στις έρευνές μου η πολιτική βρισκόταν πάντα στο επίκεντρο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε την άσκηση της εξουσίας, στα μυθιστορήματά μου αφήνω στους ήρωες κάθε ελευθερία: συχνά καθοδηγούνται ή και παρασύρονται από ιδανικά, τρικλίζουν, διστάζουν. Αν ήθελα να γράφω εκφέροντας άποψη και παίρνοντας θέση, θα διάλεγα το δοκίμιο. Το μυθοπλαστικό μου έργο όμως δίνει φωνή σε μια πληθώρα χαρακτήρων, με τον πλουραλισμό των απόψεων και επιλογών τους· κινείται περισσότερο στη ρευστότητα, παρά στην ακρίβεια.
Και οι γυναίκες στη γραφή σας; Η ανεξαρτησία τους, η ελευθερία επιλογών τους, αποτελούν μέρος της;
Πολλοί γυναικείοι χαρακτήρες μου αντανακλούν αυτές τις ιδιότητες. Η δύναμη του χαρακτήρα, η ανεξαρτησία και η ελευθερία είναι τα «μουσικά χαλιά», το leitmotiv που ζωντανεύει την έμπνευσή μου. Τα βιβλία μου «Cordillera» και «Les braises de Patagonie» διαδραματίζονται στις αρχές και τα μέσα του 20ού αιώνα, δυο εποχές-φάρους στην ιστορία των χειραφετήσεων· οι ήρωες ενεργούν απηχώντας αυτές τις χρονικές περιόδους. Δεν ήταν η αρχική μου πρόθεση κι επιδίωξη, αλλά πέρασαν από μόνες τους, με τρόπο φυσικό, στη γραφή μου.
Αφήνω για το τέλος μια «πονηρή» ερώτηση. Στη συνάντησή μας αναφερθήκαμε στη «λογοτεχνίαselfie»: την αυτοαναφορικότητα ή autofiction, την τάση δηλαδή πολλών σύγχρονων συγγραφέων να γράφουν εξαντλητικά για τις δικές τους εμπειρίες, τα δικά τους συναισθήματα κ.λπ. Πρόκειται ίσως για μια επιρροή της γενικευμένης ψυχανάλυσης; Εσείς, αντίθετα, προτιμάτε να γράφετε για «τις ζωές των άλλων»;
Μέχρι στιγμής με ενδιαφέρει περισσότερο η λογοτεχνία της φαντασίας, που κατασκευάζει χαρακτήρες άλλους από εμένα – ακόμα και αν, φυσικά, κάποιοι απ’ αυτούς, σε ορισμένες στιγμές της ζωής τους, μπορούν να επηρεάζονται από εμπειρίες δικές μου που με σημάδεψαν ή αξίες που με ενέπνευσαν. Δεν βρισκόμαστε ποτέ πολύ μακριά από τα δημιουργήματά μας. Ηθελα επίσης πολύ να ενσωματώσω τις αφηγήσεις μου σε ιστορικές περιόδους που ποτέ δεν έζησα, αλλά που άκουγα και ακούω τους απόηχους των τραγουδιών ή κραυγών τους μέχρι και σήμερα. Οσο για την ψυχανάλυση, αφήνω άλλες μορφές λογοτεχνίας να μιλήσουν!