Η απόφαση της Ουγγαρίας να δώσει πρόσβαση σε αρχεία των μυστικών υπηρεσιών της κομμουνιστικής περιόδου επαναφέρει ένα παλιό δίλημμα: Μπορεί μια χώρα, μια κοινωνία να προχωρήσει στο μέλλον χωρίς να έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν της; Μπορεί να το κάνει με μυστικά και ψέματα ή έστω με μισές αλήθειες;
Μήπως δεν είμαστε σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο αρκετά ώριμοι ώστε να διαχειριστούμε με σύνεση, ωριμότητα, χωρίς ρεβανσισμό την ιστορική γνώση επιτρέποντας την αναβίωση αντιπαραθέσεων του παρελθόντος και μίσους;
Η αποκάλυψη των πληροφοριοδοτών αποτελεί πράξη ιστορικής δικαιοσύνης απέναντι σε όσους διώχθηκαν για τις ιδέες τους ή μπορεί να μετατραπεί σε μια ετεροχρονισμένη αναζήτηση ενόχων – ή ακόμα χειρότερα σε κυνήγι μαγισσών, με συνέπειες ακόμη και για τις επόμενες γενιές;
Το δικαίωμα στη μνήμη της Αρτέμιδος Σπηλιώτη
Οσο μεγαλώνουμε, πολλές μνήμες της παιδικής μας ηλικίας ξεθωριάζουν και κάποιες, αν γίνονται πιο αμυδρές, αποκτούν άλλη βαρύτητα καθώς μια αφορμή που τις ανακαλεί μπαίνει κάτω από τον φακό της ενηλικίωσης.
Μια τέτοια ανάμνηση από τον πάτερα μου βγήκε από το παιδικό «ντουλάπι» της μνήμης με αφορμή την απόφαση της Ουγγαρίας να φέρει στο φως περίπου 60.000 ονόματα πληροφοριοδοτών της κομμουνιστικής περιόδου.
Θυμάμαι τον πατέρα μου να λέει ότι είναι λάθος η καταστροφή των περίπου 17,5 εκατομμυρίων ατομικών φακέλων κοινωνικών φρονημάτων της Ασφάλειας. Θα ήθελε να βρει τον δικό του φάκελο, κυρίως για να μαντέψει ποιος/ποιοι ήταν αυτοί που ήταν δίπλα του, στον περίγυρό του, και έστελναν ραπόρτο στους ασφαλίτες.
Πολιτικοποιημένος ήταν, αριστερός ήταν, με την «Αυγή» στο χέρι κυκλοφορούσε σε περίεργες περιόδους, σταμπαρισμένος με τη «βούλα» ήταν στον Στρατό, οικογενειακό ιστορικό είχε, άρα λίγο – πολύ μπορούσε να φανταστεί το περιεχόμενο του φακέλου.
Αν και πίστευε ότι ένας σημαντικός αριθμός «πληροφοριών» ήταν αντίστοιχος του χαμηλού νοητικού επιπέδου των ρουφιάνων. Είχε την πεποίθηση – μπορεί να ήταν και απλό ένστικτο – ότι το κάψιμο των φακέλων έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία στους… πληροφοριοδότες να σβήσουν τα ίχνη τους και μερικά χρόνια μετά να… πιάσουν τα καλά τα πόστα. Σαν να μην έγινε τίποτα… Και ακόμα χειρότερα κάποιοι προσπαθούν να ξαναγράψουν την Ιστορία.
Από την άλλη πλευρά, πολλοί είναι εκείνοι που εκτιμούν ότι η καταστροφή των φακέλων ήταν αναγκαία για να μην ανοίξει το «κουτί της Πανδώρας», στο όνομα της Εθνικής Συμφιλίωσης. Μπορεί να έχουν δίκιο. Δίκιο όμως έχουν και εκείνοι που υπερασπίστηκαν με μεγάλο προσωπικό κόστος τα πιστεύω τους και ήθελαν να έχουν τα ντοκουμέντα του «φακελώματος» των ίδιων και των οικογενειών τους στα χέρια τους.
Στη Γερμανία, υπάλληλοι του υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας (Αν. Γερμανίας) κατέστρεψαν πολλούς φακέλους από το… πλούσιο αρχείο της Στάζι. Αλλά ένας τεράστιος όγκος εγγράφων και τεκμηρίων στα οποία αποτυπώνεται μία από τις πιο σημαντικές και σκοτεινές περιόδους, όχι μόνο της γερμανικής, αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας, διασώθηκε.
Πολίτες αλλά και ερευνητές απέκτησαν πρόσβαση σε αυτό το πολύτιμο ιστορικό υλικό. Από την άλλη πλευρά η αποκάλυψη των πληροφοριοδοτών δημιούργησε μεγάλα τραύματα και δράματα μέσα σε οικογένειες και φιλικούς κύκλους. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 βρέθηκα στη Γερμανία, στο πλαίσιο επαγγελματικού ταξιδιού. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μας στη Δρέσδη, η συζήτηση με τη γερμανίδα ξεναγό μας έφτασε στα αρχεία της Στάζι.
Η ίδια πίστευε ότι καλώς δεν καταστράφηκαν, αλλά παραδέχθηκε ότι άνοιξαν και μεγάλες πληγές. «Φαντάσου τους ανθρώπους που ξαφνικά ήρθαν αντιμέτωποι με σκληρές αλήθειες, όπως ότι τους κατέδιδε, όχι ο γείτονας, αλλά η γυναίκα τους, ο αδερφός τους». Δεν θέλω, δεν μπορώ να το φανταστώ… Αλλά πιστεύω στο δικαίωμα να ξέρεις ποιος σε έβλαψε και να αποφασίζεις αν θα δώσεις συγχώρεση ή όχι για να προχωρήσεις παρακάτω. Είναι δικαίωμα του κάθε πολίτη να γνωρίζει αν και πώς η ζωή του έγινε η ζωή των άλλων… Και είναι πολιτικό του καθήκον να ξεπεράσει το τραύμα σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.
Οχι στα ονόματα τώρα του Δημήτρη Ν. Μανιάτη
Η Ουγγαρία, λέει, έκανε προσβάσιμους στο κοινό δεκάδες χιλιάδες φακέλους των μυστικών υπηρεσιών της σοσιαλιστικής περιόδου μέσω μιας ανοιχτής ιντερνετικής βάσης. Ετσι αποκαλύπτονται ονόματα δεκάδων κατασκόπων.
Προβληματίστηκα με την είδηση. Οχι με τους όρους διαύγειας και αποκατάστασης. Μα με τους όρους ετεροχρονισμένου ρεβανσισμού που μπορεί κάτι τέτοιο να πυροδοτεί. «Ποιος έδωσε τον παππού μου; Ο παππούς σου! Στην πυρά». Και έκανα μια μικρή αναδρομή στο αρχείο του σπιτιού. Σε έναν από τους τρεις φακέλους που διέσωσε ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Αλλη εποχή, το αποσαφηνίζω. Και άλλη χώρα από την Ουγγαρία. Να πω μόνο πως ο φάκελος που ψαχούλεψα ήταν της πρώτης Μεταπολίτευσης. Ναι, και τότε υπήρξαν άνθρωποι που ήταν υπό παρακολούθηση. Και όχι ποινικοί. Πολιτικοί. Ο πατέρας μου ήταν ναυτικός, συνδικαλιστής της ΠΕΜΕΝ. Και στα ευρωπαϊκά σωματεία ενεργός με δεκάδες ταξίδια.
Μιλώ για μια εποχή που η χώρα δεν είχε δικτατορία. Για την περίοδο 1975-1981. Μετάβαση. Γ’ Ελληνική Δημοκρατία. Με προβλήματα, μα με δημοκρατία. Με αποχουντοποίηση, μα με κράτος που συνέχιζε. Εδώ ο πληροφοριοδότης που τον κύκλωνε πότε σε συγκεντρώσεις στον Πειραιά, πότε σε προβλήτες, δεν είχε όνομα στον φάκελο. Εχει νούμερο. Και τέλος. Θα πω ψέματα πως δεν τσέκαρα αν έχει όνομα μέσα στα χρόνια. Από απλή περιέργεια.
Μετά όμως μου ήρθε, λόγω Ουγγαρίας πια, μια δεύτερη σκέψη. Και λέω, όχι. Δεν έχει νόημα να ψάξεις το όνομα. Και μπαίνει σε ρίσκο μια σύγχρονη κοινωνία που λέει ονόματα. Αναβιώνει μια αντιπαράθεση και την επικαιροποιεί. Προφανώς ναι στην ιστορική μνήμη. Ναι στην καταγραφή ακόμη και των πιο σκοτεινών όψεών της. Ναι ακόμη και σε αναθεωρήσεις της, όπου προκύπτουν νέα στοιχεία. Θα ψάχνουμε όμως με μεγεθυντικό φακό τα ονόματα πληροφοριοδοτών;
Θα τα εντοπίζουμε και ετεροχρονισμένα θα εγκαλούμε τους συγγενείς ή τους απογόνους τους; Τι σόι κοινωνία θα είναι αυτή που θα διαιρεθεί εκ νέου; Και πες πως ο πληροφοριοδότης συγγενούς σου στη Βουδαπέστη ήταν άλλος συγγενής σου. Τι θα βγάλει όλο αυτό, αλήθεια; Οι κοινωνίες προχωρούν όσο προχωρούν με τις συνθέσεις τους και τις υπερβάσεις τους. Επινοούν νέους κοινούς τόπους. Κουβαλούν προφανώς το φορτίο τους, μα όχι ρεβανσιστικά. Κυρίως δεν αναζητούν ετεροχρονισμένα οικογενειακές ευθύνες.
Ούτε κάνουν δίκες. Λάθος. Τις κάνουν στην ώρα τους. Οπως θα έπρεπε η Ελλάδα να κάνει με τις δίκες των συνεργατών των Ναζί μετά τον πόλεμο ολοκληρωμένα. Οπως θα έπρεπε να κάνει τις δίκες των βασανιστών στη Χαλκίδα μεταδικτατορικά ολοκληρωμένα. Εγιναν δίκες.
Μα όχι όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό, ναι, είναι θέμα. Τα αποτελέσματα των δικών και οι κατηγορίες που θα φωτίζονταν θα ήταν μέρος του κοινωνικού συμβολαίου. Οχι μέρος μιας κοινωνίας που ψάχνει εκδίκηση. Ο Αλέκος Παναγούλης το είπε πρώτος. Κάτι ήξερε. Και ο Κώστας Κάππος όταν συνάντησε έναν εκ των βασανιστών του κάτω από το σπίτι του στην οδό Βαλτινών. «Εκανες τη δουλειά σου και εγώ τη δική μου. Δεν θα σου δώσω όμως το χέρι». Ναι στη μνήμη. Οχι στη λήθη. Και όχι στην περαιτέρω αστυνόμευση της Ιστορίας.