ΝΑΤΟ 3.0: «Ναι» στη συμμετοχή της Τουρκίας, αλλά υπό όρους

Μπορεί η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής της Ατλαντικής Συμμαχίας να μην προσέφερε συγκεκριμένα χειροπιαστά οφέλη στον τούρκο πρόεδρο Ερντογάν, κατέστησε εντούτοις σαφή την αναγνώριση από «φίλους» και «εχθρούς» της πολλαπλής χρησιμότητας της Τουρκίας για το παρόν και κυρίως για το μέλλον τόσο του ΝΑΤΟ όσο και της Ευρώπης. Πράγματι, διαθέτοντας ιδιαιτέρως ισχυρά επιχειρήματα λόγω γεωγραφικής θέσης (σύνδεση πολλών «στρατηγικών θεάτρων», της Μαύρης Θάλασσας, της Μέσης Ανατολής, του Καυκάσου και της Ανατολικής Μεσογείου) καθώς και μιας δυναμικά αναπτυσσόμενης αμυντικής βιομηχανίας, ικανής να συνεισφέρει ποσοτικά και σε χαμηλό κόστος στον εξοπλισμό των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, η Τουρκία μπορεί να διεκδικεί με αξιώσεις θέση και ρόλο τόσο στο υπό εξέλιξη ΝΑΤΟ 3.0 όσο και στην υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας και άμυνας.

Στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ η Τουρκία επιχείρησε να συνδέσει τις ανάγκες του σημερινού και κυρίως του αυριανού ΝΑΤΟ 3.0 που αφορούν τόσο την προσαρμογή του σε ένα στρατηγικό περιβάλλον «πολυ-κρίσεων» και «μονιμο-κρίσεων» όσο και στην περαιτέρω ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας και των δυνατοτήτων των κρατών-μελών του με συγκεκριμένη προσφορά ρόλων σε αντίστοιχους γεωγραφικούς χώρους όπου ήδη η Τουρκία παίζει σημαντικό ρόλο (Μαύρη Θάλασσα και Μέση Ανατολή).

Παράλληλα, η υψηλής τεχνολογίας αμυντική βιομηχανία της προσφέρει πρόσθετες δυνατότητες και επιχειρήματα τα οποία επιχείρησε να «κουμπώσει» τόσο με ήδη ειλημμένες αποφάσεις του ΝΑΤΟ σχετικά με την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας των κρατών-μελών του, όσο και με ανάλογες ανάγκες της ΕΕ στην προσπάθεια ανάπτυξης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας προκειμένου να επιτύχει την πολυπόθητη στρατηγική αυτονομία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρόεδρος Ερντογάν επέλεξε να απευθυνθεί από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην ΕΕ προκειμένου να επισημάνει ότι δεν μπορεί να καθυστερεί άλλο η – εννοείται απροϋπόθετη – συμμετοχή της Τουρκίας.

Προϊόντος του χρόνου καθίσταται όλο και πιο σαφής η σύγκλιση μεταξύ μιας «κυνικά» πραγματιστικής αμερικανικής – και εν μέρει ΝΑΤΟϊκής – προσέγγισης για την ανάληψη ρόλων από την Τουρκία και μιας «υποχρεωτικά» πραγματιστικής προσέγγισης εκ μέρους όλο και περισσότερο κρατών-μελών της ΕΕ όσον αφορά τη σημαντική – εάν όχι καταλυτική όσον αφορά συγκεκριμένα οπλικά συστήματα – συνεισφορά της Τουρκίας στη σχεδιαζόμενη προσπάθεια ανάπτυξης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.

Μάλιστα ο «υποχρεωτικός» αυτός πραγματισμός δείχνει να μην περιορίζεται μόνον σε συγκεκριμένα κράτη-μέλη της ΕΕ αλλά να αφορά ακόμα και τα κοινοτικά όργανα που είναι επιφορτισμένα με τα ζητήματα άμυνας και ασφάλειας της ΕΕ όσο και με ζητήματα άμεσα σχετιζόμενα με την Τουρκία, όπως η διαδικασία διεύρυνσης ή/και η παράνομη/παράτυπη μετανάστευση.

Χωρίς καλά επεξεργασμένη στρατηγική για την Τουρκία και το μέλλον των ευρωτουρκικών σχέσεων η ΕΕ δείχνει σήμερα εγκλωβισμένη σε μια ευκαιριακή προσέγγιση υποστήριξης μιας χωρίς όρους και προϋποθέσεις – σχετιζόμενες για παράδειγμα με τη διάβρωση του κράτους δικαίου και τη συνεχή διολίσθηση στον αυταρχισμό – συμμετοχής της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Ως διέξοδο στον υφιστάμενο αποκλεισμό της από το ευρωπαϊκό θεσμικό σύστημα άμυνας – λόγω ελληνικών και κυπριακών αντιρρήσεων – η Τουρκία επιχειρεί είτε μέσω της σύναψης διμερών αμυντικών συμφωνιών είτε μέσω της ενίσχυσης μιας ήδη διαμορφούμενης «κρίσιμης μάζας» κρατών-μελών της ΕΕ, τα οποία αναγνωρίζουν τη σημασία της τουρκικής συμμετοχής για την επίτευξη του ευρύτερου στόχου της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και δεν είναι για αυτόν τον λόγο διατεθειμένα να εκφράσουν αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις όσον αφορά τη συμμετοχή της.

Το στοίχημα για την Ελλάδα είναι να μετακινηθεί εγκαίρως – και όχι έπειτα από την πιθανή απομόνωσή της εντός της ΕΕ – από τα σημερινά «περήφανα ΟΧΙ» στην υιοθέτηση «παραγωγικών ΝΑΙ», δηλαδή προτάσεων που θα θέτουν συγκεκριμένους όρους η ικανοποίηση των οποίων θα επιτρέψει τη συμμετοχή της Τουρκίας στην υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας και άμυνας.

Ο Παναγιώτης Τσάκωνας είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και επικεφαλής του προγράμματος εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας στο ΕΛΙΑΜΕΠ