Ποτέ ξανά η ανανέωση της θητείας εισαγγελικών λειτουργών σε ένα ευρωπαϊκό πόστο δεν είχε δημιουργήσει τόσες αλυσιδωτές θεσμικές αντιδράσεις. Ποτέ ξανά μία τυπική διαδικασία δεν προκάλεσε ένα πρωτόγνωρο μπρα ντε φερ ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την ελληνική κυβέρνηση.
Γιατί άραγε; Τι διαφορετικό συνέβη στην περίπτωση της ανανέωσης της θητείας για τους τρεις εντεταλμένους ευρωπαίους εισαγγελείς (Πόπη Παπανδρέου, Διονύση Μουζάκη και Χαρίκλεια Θάνου) για τους οποίους ο Αρειος Πάγος είπε ότι μπορούν να παραμείνουν στη θέση τους για άλλα δύο χρόνια, ενώ το Κολέγιο των Ευρωπαίων Εισαγγελέων από το Λουξεμβούργο είχε αποφασίσει από τον περασμένο Νοέμβριο ότι η θητεία τους θα παραταθεί για άλλα πέντε χρόνια;
Δικαστικές πηγές που παρακολουθούν εκ των έσω τις εξελίξεις επισημαίνουν στα «ΝΕΑ» πως το θέμα μπορεί να φαίνεται τυπικό, αλλά δεν είναι τελικά έτσι. Η απάντηση στο ερώτημα έχει να κάνει με την ισχύ και την υπεροχή του εθνικού ή του ευρωπαϊκού Δικαίου.
Και υπό αυτό το πρίσμα η κόντρα που έχει ξεσπάσει, η οποία εκτιμάται ότι δεν είναι αποκομμένη από τις πολιτικές προεκτάσεις κρίσιμων ποινικών υποθέσεων που έχουν στα χέρια τους οι ευρωπαίοι εισαγγελείς, δεν κλείνει με την πρόσφατη απόφαση που έλαβε με ευρεία πλειοψηφία – με ψήφους 72 έναντι 10 – η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, απορρίπτοντας την προσφυγή της Λάουρας Κοβέσι για το «αγκάθι» της θητείας των συναδέλφων της.
Κι αν η απόφαση ήταν αναμενόμενη, όπως έλεγαν από την αρχή δικαστικές πηγές, ερμηνεύοντας τις διατάξεις που αφορούν την υπηρεσιακή εξέλιξη δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών στη χώρα μας, η διατύπωση διαφορετικής γνώμης από 10 ανώτατους δικαστές – μεταξύ αυτών και με τον βαθμό του αντιπροέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου – αποτυπώνει με τον πλέον ευκρινή τρόπο ότι τουλάχιστον από νομικής άποψης υπάρχουν και άλλοι δρόμοι προσέγγισης του κρίσιμου ζητήματος.
Η «απαράδεκτη» προσφυγή
Κατά την άποψη της ευρείας πλειοψηφίας η προσφυγή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το σκεπτικό ότι η ελληνική νομοθεσία για θέματα υπηρεσιακής κατάστασης δικαστικών λειτουργών προβλέπει ότι μόνοι οι ίδιοι μπορεί να προσφύγουν στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και με την προϋπόθεση, η απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου που τους αφορά να μην είναι ομόφωνη, όπως ήταν στην περίπτωση των τριών εντεταλμένων ευρωπαίων εισαγγελέων.
Από την πλευρά της μειοψηφίας όμως, κατά πληροφορίες, διατυπώθηκε η άποψη ότι το όλο ζήτημα θα μπορούσε να τεθεί με τη μορφή προδικαστικού ερωτήματος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Ούτως ή άλλως ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Σπύρος Βλαχόπουλος, ο οποίος εκπροσώπησε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στη Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, τόσο με το περιεχόμενο της προσφυγής του όσο και με το υπόμνημα, αλλά και με την προφορική του τοποθέτηση έθεσε νομικά επιχειρήματα, εστιάζοντας στην υπεροχή του ενωσιακού Δικαίου. Επιχειρήματα που, όπως φάνηκε από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, προβλημάτισαν – ή ακόμα και υιοθετήθηκαν – από τη μειοψηφία των ανώτατων δικαστικών λειτουργών που έκριναν την προσφυγή της Λάουρας Κοβέσι.
Μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα αναμένεται το Προεδρικό Διάταγμα για τον ορισμό της διετούς παράτασης της θητείας των ευρωπαίων εισαγγελέων, το οποίο – σύμφωνα με πληροφορίες – θα αποτελέσει και το επόμενο αντικείμενο της δικαστικής προσφυγής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Μόνο που αυτή τη φορά ο «δρόμος» θα περάσει από το έτερο Ανώτερο Δικαστήριο της χώρας, το Συμβούλιο της Επικρατείας. Οσο για τον επίλογο, όπως έχει πλέον φανεί, θα γραφτεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, που θα κρίνει εν τέλει το ζήτημα που έχει ανακύψει για τους εντεταλμένους εισαγγελείς στην Ελλάδα.