Με τη νίκη του AfD στο κρατίδιο της Σαξονίας-Ανχαλτ στη Γερμανία γίνονται ήδη οι αναμενόμενες προβολές στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Οι τελευταίες θα μπορούσαν να έχουν βάση και ένα έδαφος σύγκρισης και συσχέτισης μόνο με την προϋπόθεση της εμφατικής υπογράμμισης των διαφορών με το γερμανικό πολιτικό σύστημα, τα εκλογικά κοινά, τη σύνθεση των πληθυσμών, τις πολιτισμικές διαφορές των δύο χωρών και τα εντελώς διαφορετικά διακυβεύματα. Μπορεί λοιπόν να υπάρξει ένα AfD στην Ελλάδα;
Να ξεχωρίσουμε κατ’ αρχάς ότι όταν μιλάμε για έναν τέτοιο φορέα δεν μιλάμε για Χρυσή Αυγή ή για μια είδους κοινωνική και πολιτική Ακροδεξιά όπως είναι αυτή που περιγράφεται τα τελευταία χρόνια στην Eλλάδα και βασίζεται στο τρίπτυχο έθνος – αίμα – Εκκλησία. Το AfD στη Γερμανία διαθέτει σαφή ακροδεξιά χαρακτηριστικά, ενώ έχει ήδη μεταβεί από την κανονικοποίηση της ρητορικής σε μια παγίωση αυτών των οποίων λέει. Και μάλιστα σε μια προσέλκυση νέων κοινών.
«Θα μπορούσε να πει κάποιος πως έχει τα χαρακτηριστικά ενός mainstream πια κόμματος» όπως αναλύει ο διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών Αντώνης Γαλανόπουλος. Εξάλλου δεν είναι μόνο το μεγαλύτερο ποσοστό μετά τον πόλεμο που λαμβάνει ένα τέτοιου είδους κόμμα στη Γερμανία και σε κρατιδιακές κάλπες. Είναι και ένα έδαφος το οποίο έχει διαμορφωθεί εδώ και καιρό γύρω από τη ρητορική του και φαίνεται πως δεν αφήνει ασυγκίνητα μεγάλα ακροατήρια. Εξάλλου τα exit polls που έχουν βγει για τις εκλογές της Σαξονίας δείχνουν ότι από τους Χριστιανοδημοκράτες μετακινήθηκαν περίπου 83.000 ψηφοφόροι προς το AfD. Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι υπήρξε ρήξη στο εσωτερικό του κλασικού συντηρητικού κόμματος.
Από την άλλη, το έτερο ενδιαφέρον στοιχείο για το AfD είναι ότι κατάφερε να κινητοποιήσει νέους ψηφοφόρους. Το 56% των 279.000 νέων ψηφοφόρων του δεν είχε πάει στις κάλπες το 2021. Θα ζήσουμε κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα; Το σενάριο είναι δύσκολο.
Για παράδειγμα, μια όψη της ατζέντας που παίζουν το AfD και ακροδεξιές δυνάμεις στην Ελλάδα, δηλαδή εκείνο του μουσουλμανικού στοιχείου, στη Γερμανία το θέτουν ως κίνδυνο για τη μεταβολή του δυτικού τρόπου ζωής ενώ στη χώρα μας η ρητορική οριοθετείται στο ότι οι μετανάστες «εισβάλλουν στην πατρίδα».
Την ίδια ώρα το AfD δείχνει μια αξιοσημείωτη ευελιξία. Θα το πούμε με ένα παράδειγμα. Φανταστείτε ένα ακροδεξιό ελληνικό κόμμα που στις τάξεις του θα είχε συμπρόεδρο γυναίκα ομοφυλόφιλη και με σύμφωνο συμβίωσης με γυναίκα μουσουλμανικής καταγωγής όπως η Αλις Βάιντελ. Πώς αλήθεια θα αντιδρούσαν οι ακροδεξιοί του Ίντερνετ της Ελλάδας σε ένα τέτοιο σενάριο;
Η νίκη πάντως του AfD στη Σαξονία βασίζεται σίγουρα – όπως λέει ο Αντώνης Γαλανόπουλος – και στην αποτυχία των παραδοσιακών κομμάτων. «Και όχι σε μία μονομερή ατζέντα για το μεταναστευτικό αλλά μέσα σε μια ευρύτερη συνθήκη κρίσης και αποτυχίας του πολιτικού σκηνικού», όπως συμπληρώνει. Πάμε τώρα λίγο πιο ελληνικά. Ο επόμενος εκλογικός κύκλος θα είναι κρίσιμος για να δούμε πώς θα εξελιχθούν οι εν λόγω δυνάμεις. Κρίσιμος παράγοντας είναι η εκλογική επίδοση της Νέας Δημοκρατίας.
Από το 2024 και έπειτα φαίνεται πως έχουν αποδεσμευτεί δυνάμεις που πιο απενοχοποιημένα και πιο ζωηρά μιλάνε με συγκεκριμένες ακροδεξιές ατζέντες. Η δυναμική τους δεν εξαντλείται βέβαια όπως λέει ο δρ Αντώνης Γαλανόπουλος στη συζήτηση γύρω από την ισότητα στο πολιτικό γάμο. Κάτι τέτοιο δεν εξηγεί τα πάντα, ενώ θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και θέματα όπως η ακρίβεια που θα παίξει ρόλο σε εκλογικές συμπεριφορές. Η κρίση δηλαδή της ζωής των πραγματικών πληθυσμών και μια συζήτηση πάνω στο έδαφος του πόσο καλά μπορεί να ζει κάποιος – το λεγόμενο «affordability» (οικονομική προσιτότητα) που κάνει λόγο συχνά ο Μαμντάνι.
Το θετικό για την Ελλάδα είναι ακόμα η ύπαρξη της Αριστεράς – και παρά τη δική της κρίση και κατακερματισμό – αλλά και το γεγονός πως υπάρχει ακόμα ένα μεγάλο μέρος του ακροατηρίου με δεξιές και ακροδεξιές ρητορικές που συμπεριφέρεται εντός των τειχών. Ο παράγοντας Αντώνης Σαμαράς πιέζει για στροφή στη Νέα Δημοκρατία, αλλά θα ήταν άστοχη μια ανάγνωση που θα τον κατέτασσε στις ακροδεξιές δυνάμεις. Από το 2023 σίγουρα δεν υπάρχει πρόσωπο επικοινωνιακά, πολιτικά και πολιτισμικά που θα μπορούσε να ηγηθεί με όρους ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς ενός συνολικού φορέα.
Φαίνεται πως αυτός ο τελευταίος δυνητικά έχει δυσκολία στην απεύθυνση στις γυναίκες, παραμένει προσηλωμένος σε παλιές ρητορικές και κάτι τέτοιο του στερεί μια περαιτέρω δυναμική για να αναπτυχθεί. Δεν θα πρέπει όμως να υποτιμηθεί ο ευρύτερος ευρωπαϊκός αέρας, οι προσπάθειες που γίνονται από την κανονική Ακροδεξιά στην Ελλάδα να ξανασυγκροτηθεί σε πόλο μέσω του Η. Κασιδιάρη και άλλων και η δυναμική που αναπτύσσεται με τις κοινωνικές ατζέντες που έχει σε ζητήματα μεταναστευτικά και όχι μόνον.