Δεν είναι συμπαθής. Ή, μάλλον, για την πλειονότητα όσων έχουν ακούσει γι’ αυτόν ανά την υφήλιο, είναι από αντιπαθής έως αντιπαθέστατος. Με την εξαίρεση, βεβαίως, εκείνων που τον ψηφίζουν για πρωθυπουργό στη χώρα του. Σε καμία περίπτωση, όμως, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν είναι τυχαίος· αντιθέτως, είναι ένας άνθρωπος εξαιρετικών ικανοτήτων, που τις βλέπουμε σε όσα έγινε και όσα έκανε στη διαδρομή της ζωής του. Αξιωματικός στη Σαγιερέτ Ματκάλ (η SAS των Ισραηλινών)· αρχιτέκτονας με ΜBA από το Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης· αρχιτέκτονας επίσης, μεταφορικά όμως, του εκσυγχρονισμού της ισραηλινής οικονομίας, ως υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Αριέλ Σαρόν· πρωθυπουργός της χώρας του για 19 χρόνια. Αν σας κάνει εντύπωση η διάρκεια, είναι επειδή η όψη του δεν προδίδει τα 77 χρόνια που κουβαλάει στην πλάτη.
Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να ξέρεις πόσο καθοριστικός ήταν ο ρόλος του στη διαμόρφωση της κατάστασης στη Μέση Ανατολή, για να καταλάβεις ότι ο Νετανιάχου είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις. Είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει – κι ας είναι Μπίμπι το υποκοριστικό του, που σε εμάς ακούγεται κάπως αταίριαστα χαρωπό. Το απέδειξαν και οι εκλογές της περασμένης Τρίτης, για τις οποίες όλοι προδίκαζαν ότι θα φέρουν το πολιτικό τέλος του. Αναλογιστείτε τι είχε να αντιμετωπίσει σε αυτές τις εκλογές: την ευθύνη για την 7η Οκτωβρίου, τρία χρόνια πολέμου σε επτά διαφορετικά μέτωπα (συμπεριλαμβανομένων του Ιράν και της κατάληψης εδαφών στη Συρία και στον Λίβανο), 100 ημέρες στρατιωτικής υπηρεσίας για κάθε έφεδρο, 74.000 νεκρούς Παλαιστινίους και άλλα δύο εκατομμύρια εκτοπισμένους από τη Γάζα, αναζωπύρωση της τρομοκρατίας στη Δυτική Οχθη και, τέλος, ένα διεθνές ένταλμα σύλληψης (αμφίβολου κύρους μεν, παρ’ όλα αυτά υπολογίσιμο). Εντούτοις, η φθορά που κατέγραψαν οι εκλογές ήταν πολύ μικρότερη της αναμενόμενης.
Στην αυτοβιογραφία του, ο Ομπάμα γράφει ότι «οι μισοί άνδρες περνούν την ζωή τους προσπαθώντας να πετύχουν αυτά που ονειρεύονταν οι πατέρες τους και οι άλλοι μισοί προσπαθώντας να διορθώσουν τα λάθη τους». Στην περίπτωση του Μπίμπι Νετανιάχου το βάρος ήταν διπλό, γιατί εκτός από τη βαριά σκιά του πατέρα του είχε και την ακόμη βαρύτερη του αδελφού του, Γιόναταν ή Γιόνι.
Ο πατέρας του ήταν από τους διαπρεπέστερους μελετητές της εποχής του στον τομέα του Μεσαιωνικού Εβραϊσμού και, ως καθηγητής πανεπιστημίου, δίδαξε για πολλά χρόνια στην Αμερική. Χάρη σε αυτά το χρόνια ο Μπίμπι έμαθε άριστα όχι μόνο τη γλώσσα, αλλά και την κουλτούρα των Αμερικανών. Σε αυτό οφείλει την άνεση με την οποία κινείται στους διαδρόμους της εξουσίας στην Ουάσιγκτον, ώστε να έχει αναδειχθεί στη συνείδηση μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης στη χώρα του ως περίπου ο εγγυητής του στενού δεσμού ΗΠΑ – Ισραήλ.
Από τον πατέρα του κληρονόμησε την πεποίθηση ότι, για να έχει μέλλον το Ισραήλ, προέχει ο παράγοντας της ασφάλειας και ο θάνατος του αδελφού του ήταν το βίωμα που επισφράγισε για πάντα την προτεραιότητα στην ασφάλεια. Μολονότι ο ίδιος ήταν χαρισματικός και προικισμένος, ο Μπίμπι μεγάλωσε υπό τη σκιά του μεγαλύτερου αδελφού του, που ήταν αξιωματικός των ειδικών δυνάμεων και διάσημος στο Ισραήλ για τα κατορθώματά του και τις ηγετικές ικανότητές του.
Ο θάνατός του το 1976 τον κάνει εθνικό ήρωα, γιατί ήταν ο μόνος νεκρός της επιτυχούς επιχείρησης για την απελευθέρωση ισραηλινών ομήρων στο αεροδρόμιο Εντεμπε στην Ουγκάντα. Ο Γιόνι δεν ήταν μόνο ο επικεφαλής της στρατιωτικής επιχείρησης, ήταν επίσης ο σχεδιαστής της και εκείνος που την πρότεινε στην πολιτική ηγεσία, παρακάμπτοντας τη στρατιωτική ιεραρχία.
Η δόξα του Γιόναταν Νετανιάχου και η συγκίνηση για τον ηρωικό θάνατό του ήταν οι βατήρες για να αναπτύξει τις πολιτικές φιλοδοξίες του ο μικρότερος αδελφός του, ο Μπίμπι. Πρώτα έγινε γνωστός διεθνώς ως ειδικός σε θέματα ασφαλείας και αργότερα ξεχώρισε για τη μαχητικότητά του ως εκπρόσωπος του Ισραήλ στον ΟΗΕ. Πρωθυπουργός εξελέγη το 1996, η κυβέρνησή του άντεξε μόνο τρία χρόνια και μετά όλοι τον διέγραψαν, όπως τόσους άλλους πρώην πρωθυπουργούς. Θεωρήθηκε τελειωμένος. Δεν ήταν όμως. Επέστρεψε ως υπουργός Οικονομικών του Σαρόν και εισήγαγε τις μεταρρυθμίσεις που απογείωσαν την ισραηλινή οικονομία και ειδικά τον τεχνολογικό τομέα. Ετσι όχι μόνο επέστρεψε, τους κατσικώθηκε κιόλας ως πρωθυπουργός, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι κυβέρνησε ακόμη 16 χρόνια το Ισραήλ.
Η ειρωνεία της μοίρας του Νετανιάχου είναι ότι η μεγαλύτερη ήττα της ζωής του, η 7η Οκτωβρίου, ήταν στον τομέα που υποτίθεται ότι είναι η ειδικότητά του, στην ασφάλεια. Η ευθύνη του δεν αμφισβητείται: Υποστήριζε δημοσίως την οικονομική ενίσχυση της Χαμάς από το Κατάρ, πιστεύοντας ότι το χρήμα θα τους διαφθείρει, όπως διέφθειρε το PLO στη Δυτική Οχθη· απέσυρε στρατεύματα από τον νότιο τομέα, αφήνοντας εντελώς απροστάτευτες τις περιοχές που δέχθηκαν την επίθεση· τέλος, αγνόησε τις προειδοποιήσεις, που ήταν μεν διακριτικές αλλά σαφείς. Για τους λόγους αυτούς, το βασικό ζήτημα των εκλογών ήταν η λογοδοσία και ο καταλογισμός ευθυνών για το φιάσκο της 7ης Οκτωβρίου. Το άλλο μεγάλο ζήτημα ήταν η κατάργηση της σκανδαλώδους απαλλαγής στράτευσης που ισχύει για τους λεγόμενους Υπερορθόδοξους. Αυτά τα δύο συνιστούν τη διαφορά του από τον Αϊζενκοτ.
Παρ’ όλα αυτά, ο Μπίμπι επιβίωσε, μολονότι δική του είναι η ευθύνη και για την προνομιακή μεταχείριση των Υπερορθόδοξων. Στη στήριξη των ακροδεξιών κομμάτων που ψηφίζουν οι Υπερορθόδοξοι («ψηφίζουμε ό,τι μας λέει ο ραβίνος μας», πραγματική δήλωση ανώνυμου στο BBC) βάσιζε τον κυβερνητικό συνασπισμό του επί χρόνια. Σε αυτή τη συνεργασία βρίσκεται η ρίζα του διχαστικού ρόλου του στην πολιτική ζωή, που δικαίως του καταλογίζεται από αντιπάλους.
Εμμέσως, προωθεί τον διχασμό, όταν απευθύνεται στον ψηφοφόρο με το ερώτημα: «Είσαι Ισραηλινός ή Εβραίος;» Και όμως, τα κατάφερε να επιβιώσει στις πιο κρίσιμες εκλογές στη Ιστορία του κράτους του Ισραήλ, λόγω του πολέμου, που τον καθιστά απαραίτητο. Φαντάζομαι τέτοιες μέρες δεν θα του περισσεύει χρόνος για παρόμοιες σκέψεις, τελικά όμως ξεπέρασε τον Γιόνι σε φήμη. Θετική, αρνητική, τι σημασία έχει; Το μέγεθος μετράει…