Ολιγόωρο, το ταξίδι του στις ΗΠΑ για την 81η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ήταν ασυνήθιστα σύντομο. Υψηλών και προεκλογικών τόνων, η ομιλία του άρχισε μπροστά σε πολλά άδεια έδρανα – διπλωματικές αντιπροσωπείες δεκάδων χωρών από διάφορα σημεία του κόσμου αποχώρησαν μαζικά σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Αυξανόμενη, η διεθνής απομόνωση είναι όλο και πιο εμφανής για τον ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, ενόσω δίνει μάχη για την πολιτική του επιβίωση στις αμφίρροπες εκλογές της 27ης Οκτωβρίου.
Από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης, την Πέμπτη, επιτέθηκε με δριμύτητα σε άπαντες επικριτές – στρατηγικούς εταίρους και αντιπάλους -, απευθύνοντας παράλληλα, όπως σχολιάζει η «Washington Post», «έκκληση συσπείρωσης προς τους ψηφοφόρους στην πατρίδα».
«Το Ισραήλ δεν διέπραξε γενοκτονία, απέτρεψε γενοκτονία», είπε ο Νετανιάχου, ενώ παραμένει σε ισχύ το ένταλμα σύλληψης που εξέδωσε και εναντίον του το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για φερόμενα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη Γάζα. Επιχείρησε να υποβαθμίσει τη βία των εξτρεμιστών εβραίων εποίκων κατά των Παλαιστινίων στην κατεχόμενη Δυτική Οχθη, όπου η κυβέρνησή του ενέτεινε τον εποικισμό. Χαρακτήρισε τον ισραηλινό στρατό «τον πιο ηθικό στον κόσμο» και υπερασπίστηκε τη στρατιωτική δράση της χώρας του ως «μάχη κατά των βαρβάρων», στην οποία – είπε – «δεν έχουμε μεγαλύτερο εταίρο από τον πρόεδρο Τραμπ».
Ομως, αντανακλώντας μια δύσκολη περίοδο στις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ έπειτα από σχεδόν επτά μήνες αδιέξοδου πολέμου στο Ιράν, αυτή τη φορά δεν υπήρξε συνάντηση ανάμεσα στους δύο ηγέτες, που είναι αμφότεροι αντιμέτωποι με κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις σε λίγες εβδομάδες.
Δεν αναφέρθηκε καν συνάντηση του ισραηλινού πρωθυπουργού με αμερικανό αξιωματούχο. «Η αντιπροσωπεία του Νετανιάχου είχε επιδιώξει μια συνάντηση υψηλού επιπέδου κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, αλλά δεν κανονίστηκε καμία», δήλωσε στέλεχος της κυβέρνησης Τραμπ στην «Guardian». Αμερικανοί και ισραηλινοί αξιωματούχοι, μιλώντας στη «Wall Street Journal», επικαλέστηκαν περιορισμούς στο πρόγραμμα: ο Τραμπ συναντούσε στην Ουάσιγκτον τον κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, ενώ το επιτελείο του Νετανιάχου ανέφερε την προεκλογική εκστρατεία στο Ισραήλ και τη μεγάλη εβραϊκή γιορτή του Σουκότ ως λόγους για τη σχεδόν άμεση επιστροφή του ισραηλινού πρωθυπουργού μετά την ομιλία.
«Σφικτό πρόγραμμα» και απογοήτευση
Λόγω «σφικτού προγράμματος», «μπορούσε να συναντηθεί» μόνο με μερικούς ηγέτες στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ανέφερε το γραφείο του. Επικαλούμενη μετέπειτα ανακοίνωση, η «Jerusalem Post» έγραψε ότι ο Νετανιάχου είχε συναντήσεις «με ηγέτες της Λατινικής Αμερικής, συμπεριλαμβανομένων των προέδρων της Αργεντινής, της Παραγουάης, του Παναμά και της Βολιβίας», καθώς και «με τους πρωθυπουργούς της Αιθιοπίας, της Ελλάδας, της Σλοβενίας και της Παπούα Νέας Γουινέας».
«Δεν θυμάμαι άλλη περίπτωση ο πρωθυπουργός να ήρθε στις Ηνωμένες Πολιτείες και να μη συναντήθηκε με τον πρόεδρο», σχολίασε στο πρακτορείο Reuters o ισραηλινός πρώην πρεσβευτής στην Ουάσιγκτον Μάικλ Ορεν. «Είμαι βέβαιος ότι αυτό τον απογοήτευσε», σχολίασε για τον Νετανιάχου, κάνοντας λόγο για πλήγμα στην προεκλογική του εκστρατεία.
Απομένουν περίπου πέντε εβδομάδες μέχρι τις εκλογές στο Ισραήλ, τις πρώτες μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, η οποία πυροδότησε αυτό που ο ισραηλινός πρωθυπουργός ανέφερε στην ομιλία του ως «πόλεμο επτά μετώπων: Χαμάς, Χεζμπολάχ, Χούθι, Ιράν, πολιτοφυλακές στο Ιράκ, πολιτοφυλακές στη Συρία, παλαιστίνιοι τρομοκράτες στην Ιουδαία και τη Σαμάρεια», ήτοι στην κατεχόμενη Δυτική Οχθη. Περιέγραψε ως «όγδοο μέτωπο» τον «πόλεμο για την αλήθεια». «Θα νικήσουμε», τόνισε. «Δεν έχουμε άλλη επιλογή».
Με τη δίκη του για διαφθορά επίσης σε εξέλιξη, «ο Νετανιάχου έχει εξελιχθεί σε μια όλο και πιο πολωτική φιγούρα μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, έχοντας αρνηθεί να αναλάβει οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη για την αποτυχία που οδήγησε στη φονικότερη ημέρα στην ιστορία του Ισραήλ», γράφουν οι «New York Times». «Δεν έχει επίσης προχωρήσει στη σύσταση ανεξάρτητης επιτροπής έρευνας», υπενθυμίζουν. «Σήμερα θεωρείται σε μεγάλο βαθμό τοξικός», με τρόπο που εμποδίζει πολλές χώρες να συνεργαστούν με το Ισραήλ, λέει στη «Wall Street Journal» ο Γιαάκοφ Κατζ, ανώτερος συνεργάτης στο Ινστιτούτο Πολιτικής του Εβραϊκού Λαού, μια δεξαμενή σκέψης στην Ιερουσαλήμ. «Παλιοί φίλοι στην Ουάσιγκτον», υπογραμμίζουν οι «ΝΥΤ», «έχουν προειδοποιήσει για ευρεία διάβρωση της υποστήριξης προς το Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον σημαντικότερο σύμμαχό του».