Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν: Το «Οραμα 2030» και οι Χούθι

Η φιλοδοξία του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν να μετατρέψει τη Σαουδική Αραβία σε διεθνή οικονομικό κόμβο, με ισχυρή παρουσία πέρα από το πετρέλαιο, δοκιμάζεται από μια απειλή που ο ίδιος δεν έχει καταφέρει να εξαλείψει: τους Χούθι της Υεμένης. Οι επιθέσεις στα αεροδρόμια, στις ενεργειακές εγκαταστάσεις και στις κρίσιμες μεταφορικές υποδομές του βασιλείου αμφισβητούν στην πράξη την ασφάλεια πάνω στην οποία στηρίζεται το αναπτυξιακό σχέδιο του ισχυρού άνδρα του Ριάντ. Και ενώ ο 41χρονος διάδοχος φέρεται να μετακινείται μεταξύ αυστηρά φυλασσόμενων ανακτόρων με καταφύγια, η κρίση αναδεικνύει μια θεμελιώδη αντίφαση της στρατηγικής του: η Σαουδική Αραβία μπορεί να διαθέτει τεράστιους οικονομικούς πόρους και διεθνείς φιλοδοξίες, αλλά παραμένει ευάλωτη σε έναν αντίπαλο με σαφώς περιορισμένες δυνατότητες, που αποδεικνύεται όμως εξαιρετικά ανθεκτικός.

Γεννημένος στις 31 Αυγούστου 1985 στην Τζέντα, ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν αλ-Σαούντ είναι ο μεγαλύτερος γιος του βασιλιά Σαλμάν μπιν Αμπντουλαζίζ και της τρίτης συζύγου του. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο «Βασιλιάς Σαούντ», στο Ριάντ, χωρίς να ακολουθήσει τη διαδρομή πολλών μελών της σαουδαραβικής ελίτ για σπουδές στη Δύση. Παντρεύτηκε την πριγκίπισσα Σάρα μπιντ Μασχούρ το 2008 και έχουν πέντε παιδιά. Η πορεία του προς την εξουσία επιταχύνθηκε όταν ο πατέρας του ανέβηκε στον θρόνο, το 2015.

Ο Μοχάμεντ ανέλαβε το υπουργείο Aμυνας και, αρχικά, τη θέση του αναπληρωτή διαδόχου. Τον Ιούνιο του 2017, έπειτα από εσωτερική αναμέτρηση στην κορυφή της βασιλικής οικογένειας, αντικατέστησε τον εξάδελφό του Μοχάμεντ μπιν Νάγεφ και ανακηρύχθηκε διάδοχος του θρόνου. Εκτοτε, η επιρροή του επεκτάθηκε πολύ πέρα από τον τυπικό ρόλο του διαδόχου. Καθώς ο βασιλιάς Σαλμάν είναι προχωρημένης ηλικίας και αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, ο γιος του θεωρείται ευρέως ο πραγματικός φορέας της εκτελεστικής εξουσίας στο βασίλειο. Παράλληλα με τη θέση του διαδόχου, έχει αναλάβει κεντρικό ρόλο στην οικονομική πολιτική και στην αμυντική στρατηγική της χώρας.

Η ανάδειξή του συνοδεύτηκε από την υπόσχεση μιας διαφορετικής Σαουδικής Αραβίας. Το 2016 παρουσίασε το «Οραμα 2030», ένα φιλόδοξο σχέδιο για τη μείωση της εξάρτησης της οικονομίας από τις εξαγωγές πετρελαίου, την ανάπτυξη νέων παραγωγικών κλάδων και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Οι μεταρρυθμίσεις περιέλαβαν τη διεύρυνση των επιλογών ψυχαγωγίας, την επαναλειτουργία των κινηματογράφων το 2018, την ανάπτυξη του τουρισμού και τη χαλάρωση περιορισμών που επηρέαζαν τις γυναίκες. Ωστόσο, η κοινωνική και οικονομική αλλαγή συνυπήρξε με την αυστηρή καταστολή επικριτών της βασιλικής οικογένειας, ακτιβιστών και αντιφρονούντων. Η οικονομική στρατηγική του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στηρίζεται στην παραδοχή ότι η Σαουδική Αραβία μπορεί να αξιοποιήσει τον πετρελαϊκό της πλούτο για να δημιουργήσει μια διαφοροποιημένη οικονομία, με διεθνή εμβέλεια στους τομείς των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, του τουρισμού, των μεταφορών, της τεχνολογίας και της ψυχαγωγίας. Το Ριάντ φιλοδοξεί να ανταγωνιστεί το Ντουμπάι και την Ντόχα. Στο πλαίσιο αυτό, το διεθνές αεροδρόμιο «Βασιλιάς Χαλίντ» αποτελεί βασικό κρίκο ενός σχεδίου που περιλαμβάνει την επέκταση των αεροπορικών συνδέσεων, την ανάπτυξη της Riyadh Air, η οποία υποστηρίζεται από το κρατικό επενδυτικό ταμείο, και τη διοργάνωση της Expo 2030 και του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου του 2034.

Οι επιθέσεις των Χούθι πλήττουν ακριβώς αυτό το μοντέλο. Οι συνέπειες έγιναν αμέσως ορατές στο συνεδριακό ημερολόγιο. Στελέχη μεγάλων ενεργειακών εταιρειών αποσύρθηκαν από το συνέδριο του Παγκόσμιου Συμβουλίου Πετρελαίου, ενώ ακυρώθηκε εκδήλωση του Misk Global Forum, διοργάνωσης που συνδέεται με τον πρίγκιπα διάδοχο. Την ίδια στιγμή, οι επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και στον αγωγό Ανατολής – Δύσης απειλούν τη δυνατότητα του βασιλείου να διοχετεύει πετρέλαιο στις διεθνείς αγορές, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ. Το πρόβλημα, επομένως, δεν περιορίζεται στις άμεσες οικονομικές απώλειες. Οπως επεσήμανε ο ερευνητής του Chatham House Φαρέα αλ-Μουσλίμι, η επιλογή των αεροδρομίων ως στόχων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια να πληγούν οι οικονομικές υποδομές και η διεθνής εικόνα της χώρας. «Η Σαουδική Αραβία έχει κάτι να χάσει, ενώ εκείνοι όχι».

Σύμφωνα με αναλυτές, η σημερινή κρίση έχει βαθιές ρίζες στην απόφαση του Ριάντ να παρέμβει στον εμφύλιο πόλεμο της Υεμένης το 2015, επιδιώκοντας να αποτρέψει την επικράτηση των Χούθι και να ανακόψει την περιφερειακή επιρροή του Ιράν. Για τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, οι εξελίξεις δημιουργούν ένα διπλό αδιέξοδο. Από τη μία πλευρά, η Σαουδική Αραβία καλείται να αποκαταστήσει την αποτρεπτική της αξιοπιστία και να προστατεύσει τις υποδομές της. Από την άλλη, μια νέα, παρατεταμένη στρατιωτική εμπλοκή στην Υεμένη θα μπορούσε να απορροφήσει πόρους, να αυξήσει τους κινδύνους και να υπονομεύσει την περιφερειακή σταθερότητα που χρειάζεται το «Οραμα 2030».