Μια συνάντηση που αναπτέρωσε τις ελπίδες για τη Μονή Σινά

Εντονη κινητικότητα στα διπλωματικά παρασκήνια σε ιδιαιτέρως υψηλό, διεθνές, επίπεδο εξελίσσεται γύρω από την υπόθεση του Σινά. Ο προκαθήμενος της Αυτόνομης Εκκλησίας του Ορους Σινά, Αρχιεπίσκοπος Συμεών, συναντήθηκε στο Κάιρο στο μετόχι της Μονής, με τον απεσταλμένο του Ντόναλντ Τραμπ στη Μέση Ανατολή, Μασάντ Μπούλος.

Πρόκειται για τον λιβανέζικης καταγωγής σύμβουλο του προέδρου των ΗΠΑ, ο οποίος είναι ορθόδοξος στο θρήσκευμα και συμπέθερος του Ντόναλντ Τραμπ (ο γιος του Μπούλος έχει νυμφευθεί τη μικρή κόρη Τραμπ). Και μετέφερε το «προσωπικό ενδιαφέρον» του προέδρου των ΗΠΑ για τη διατήρηση του «ιστορικού status quo» της μονής, υποσχόμενος ότι θα καταβάλει «κάθε προσπάθεια που συμβάλλει στη διαφύλαξη του μοναδικού χαρακτήρα του ιερού αυτού τόπου».

Εκκλησιαστικές πηγές τονίζουν ότι είναι κομβικής σημασίας η αναφορά του Μπούλος στο «ιστορικό status quo», καθώς η ορολογία αυτή δεν αφίσταται της επίσημης διπλωματικής γραμμής Ελλάδας και Αιγύπτου. Εμπεριέχει δε και τη νομική έννοια της «ιδιοκτησίας», σε αντίθεση με τη μέχρι σήμερα αναφορά στο «θρησκευτικό status quo» και μόνο.

Την ίδια στιγμή, διπλωματικές πηγές, διερμήνευαν τη συνάντηση και τις δηλώσεις ως απόρροια της κινητικότητας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και της προσπάθειας που γίνεται, από αμερικανικής πλευράς, για την ενίσχυση του λεγόμενου «χριστιανικού τόξου». Οπως είναι φυσικό, λοιπόν, αυτά αναπτερώνουν τις ελπίδες για μια βιώσιμη και αμοιβαία ικανοποιητική λύση στο ζήτημα της Μονής Σινά.

Η έκθεση δεν σηκώνει πανηγυρισμούς

Παρά τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς που παρατήρησα για την έκθεση για το κράτος δικαίου της Κομισιόν, η πραγματικότητα δεν είναι ρόδινη. Ξεκινώντας από τη διαπίστωση ότι «ο δικαστικός έλεγχος ορισμένων πτυχών της χρήσης spyware συνεχίζεται», η έκθεση δίνει βάση στο ζήτημα των υποκλοπών, σε αντίθεση με πέρυσι που είχε μία μόνο περαστική αναφορά. Αναφέρονται η πρωτόδικη καταδίκη των τεσσάρων «ιδιωτών» που συνδέονται με την εμπορία του Predator και η παραπομπή της δικογραφίας για περαιτέρω διερεύνηση. «Η απόφαση αυτή», σημειώνει η Κομισιόν, «έγινε ευρέως δεκτή ως βήμα προόδου. Ωστόσο, η άρνηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να επανεξετάσει την υπόθεση τον Απρίλιο, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις δημοσιογράφων, θυμάτων, δικηγόρων, αντιπολίτευσης και κοινωνίας των πολιτών, οι οποίοι επεσήμαναν ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων λόγω του προηγούμενου ρόλου του στην εποπτεία της ΕΥΠ». Παράλληλα, τονίζει ότι εκκρεμούν υποθέσεις ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΕΔΔΑ «σχετικά με τη διαφάνεια και τις κρατικές υποχρεώσεις γύρω από το ζήτημα». Αναφέρεται στις υποθέσεις Θανάση Κουκάκη και Νίκου Ανδρουλάκη για την παρακολούθηση τους από την ΕΥΠ.

Πιο αιχμηρή από την περυσινή

Παρατηρώ, λοιπόν, ότι η φετινή εκδοχή της έκθεσης είναι κατά τι αιχμηρότερη από την περυσινή. Αναφέρεται ευθέως σε ένα προβληματικό περιβάλλον για την ελευθερία του Τύπου, σε υποστελέχωση της Δικαιοσύνης και των ανεξάρτητων Αρχών, σε διαφθορά και αδιαφάνεια, σε άρνηση ελέγχου υποθέσεων όπως το ναυάγιο της Πύλου. Δεν ξέρω γιατί ακριβώς πανηγυρίζει η κυβέρνηση όταν η έκθεση σημειώνει την έλλειψη εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη ή ότι π.χ. το ποσοστό δημόσιων διαγωνισμών με μονάχα μια προσφορά στην Ελλάδα φτάνει το 58%, έναντι μέσου όρου 27% στην ΕΕ. Ή μήπως είναι θετικό ότι η Κομισιόν διατηρεί τέσσερις σοβαρές συστάσεις προς την Ελλάδα, τρεις εκ των οποίων επαναλαμβάνονται ουσιαστικά αναλλοίωτες από πέρυσι, μεταξύ αυτών να προχωρούν οι έρευνες για τη διαφθορά υψηλού επιπέδου και να ρυθμίσει το lobbying…

Τώρα την επικαλούνται…

Οπως σας έχω ενημερώσει εγκαίρως, τα ενδεχόμενα αδικήματα για τα οποία ελέγχθηκαν οι 11 βουλευτές της ΝΔ, προέκυψαν από έκθεση της Οικονομικής Αστυνομίας που συμπεριλήφθηκε στη δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Για την ιστορία, τα λάθη της Οικονομικής Αστυνομίας – που βασίστηκε σε στοιχεία που της παρείχαν στελέχη του «νέου ΟΠΕΚΕΠΕ» – τα εντόπισε η πραγματογνωμοσύνη της Παρασκευής Τυχεροπούλου, που συνεκτιμήθηκε από τους εισαγγελείς. Της γνωστής Τυχεροπούλου που η διοίκηση κλείδωσε έξω από το γραφείο της, την έσυρε σε πειθαρχικά και την έκανε «βορά» σε διαρροές. Η ειρωνεία της ζωής είναι ότι τη γυναίκα αυτή την επικαλούνται και πάλι τώρα οι νεοδημοκράτες για να υποστηρίξουν την αθωότητά τους και τη μη σοβαρότητα του κατηγορητηρίου.

Ρώτησα, λοιπόν, τι γίνεται με εκείνη τη δικαστική απόφαση που δικαίωσε την Τυχεροπούλου για εκδικητική της απομάκρυνση και διέταξε την ΑΑΔΕ να την επαναφέρει σε θέση διευθυντική. Φαντάστηκα πως τώρα που την επικαλούνται θα είχε προχωρήσει και η εφαρμογή της απόφασης. Η απάντηση είναι πως, όχι μόνο δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί, αλλά θα καταλήξει ξανά στα δικαστήρια το εργασιακό της.