Μια «Ορέστεια» για την εποχή μας

Μια επί σκηνής «Ορέστεια» με έναν Ορέστη που έχει πολεμήσει στο Αφγανιστάν. Ενας Αγαμέμνονας, επικεφαλής μιας εταιρείας τεχνολογίας που πουλά στρατιωτικό εξοπλισμό. Μια Κλυταιμνήστρα, ενδεδυμένη τον μανδύα μιας σύγχρονης δυναμικής Αμερικανίδας. Και μια σκηνοθετική δουλειά που φέρει μεν την υπογραφή του Σάιμον Στόουν, αλλά όχι και την πιστότητα στο κείμενο του Αισχύλου, καθώς ο σκηνοθέτης έχει δανειστεί στοιχεία και από άλλες αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, όπως η Αντιγόνη, η Μήδεια και ο Οιδίπους Τύραννος.

Η τολμηρή και μεταμοντέρνα ανάγνωση της Ορέστειας στο Bridge Theatre του Λονδίνου μεταφέρει την πλοκή σε μια σύγχρονη, προνομιούχα οικογένεια της αγγλικής άρχουσας τάξης. Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο Κρίστοφερ (Ντέιβιντ Μόρισεϊ), που διοικεί την εταιρεία όπλων.

Περιστοιχίζεται, αφενός από τη σύζυγό του Μόντι (Μαίρη Λουίζ Πάρκερ) κι αφετέρου από τα παιδιά τους Ογκι (Τομ Γκλιν-Κάρνεϊ) και τις δίδυμες Αλις (Ρόζι Σίχι) και Ιζαμπελ. Η τελευταία δεν εμφανίζεται επί σκηνής και ουσιαστικά είναι το alter ego της Ιφιγένειας, μόνο που δεν θυσιάζεται, αλλά, ως πολιτικοποιημένη νέα, στρέφεται ενάντια στον πατέρα της, συμμετέχοντας σε ομάδα δράσης εναντίον της εταιρείας του.

Η αφήγηση δεν ακολουθεί γραμμική πορεία: οι φόνοι αποκαλύπτονται πριν καν τους παρακολουθήσει το κοινό, με την αστυνομική έρευνα να εστιάζει στον Ορέστη-Ογκι, καθώς επιστρέφει από τον πόλεμο στο Αφγανιστάν για να εκδικηθεί τελικά τη μητέρα του και τον εραστή της, ενώ η ιστορία κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, από τη Βρετανία πριν το Brexit έως τα χρόνια της πανδημίας και το σήμερα.

Το θεαματικό, περιστρεφόμενο σκηνικό της Λίζι Κλάχαν, ένα είδος γυάλινου κουτιού που αποκαλύπτει τα δωμάτια του σπιτιού λειτουργώντας ως ακτινογραφία της οικογενειακής ζωής, αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα δυνατά σημεία της παράστασης, παρότι η επιμονή του Στόουν σε αυτό το αφηγηματικό τέχνασμα – γνώριμο κι από προηγούμενες δουλειές του, όπως η πρόσφατη διασκευή της Φαίδρας στο Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου – φαίνεται με τον καιρό να μην αιφνιδιάζει πλέον τους θεατές.

Η ερμηνευτική δεινότητα της ομάδας διχάζει τους κριτικούς θεάτρου στον βρετανικό Τύπο, με άλλους να θεωρούν ότι στέκεται στο ύψος των περιστάσεων και άλλους να βρίσκουν τις ερμηνείες χωρίς βάθος.

Το βασικό πρόβλημα της παράστασης εντοπίζεται στο κείμενο. Η συνεχής αναδιάταξη της χρονολογικής σειράς περιπλέκει αντί να φωτίζει τη σχέση ανάμεσα στον Αγαμέμνονα και την Κλυταιμνήστρα του σήμερα, αποδυναμώνοντας την ηθική συνέπεια της αρχικής πλοκής.

Καθώς ο Κρίστοφερ δεν σκοτώνει ο ίδιος την κόρη του, η αλυσίδα εκδίκησης που ακολουθεί, χάνει μέρος της τραγικής της αναγκαιότητας. Ο ρυθμός θυμίζει περισσότερο τηλεοπτικό θρίλερ παρά τραγωδία, με τις σκηνές που εναλλάσσονται να παραπέμπουν σε αποσπασματικά αποδοσμένα επεισόδια, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για να αναδειχθεί το ψυχολογικό βάθος των χαρακτήρων. Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση φιλόδοξη αλλά ασυνεπής.

Εντυπωσιακή οπτικά, με στιγμές πραγματικής θεατρικής έντασης, αλλά και εξαντλητική στη διάρκειά της (210 λεπτά), φορτωμένη με υπερβολικά πολλά αφηγηματικά στοιχεία. Οσοι γνωρίζουν καλά την «Ορέστεια» ίσως χαθούν στις παραλλαγές· όσοι δεν τη γνωρίζουν, ίσως χαθούν εντελώς. Η παράσταση θα παίζεται ως τις 19 Σεπτεμβρίου.