Με πυξίδα το Σύνταγμα

O θεμελιώδης ρόλος του Τύπου, η θεσμική βαρύτητα της υπόθεσης των τηλεφωνικών υποκλοπών, όπως και το καθήκον πληροφόρησης της κοινής γνώμης για υποθέσεις δημοσίου συμφέροντος είναι το τρίπτυχο που αναδεικνύεται μέσα από την απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της Αθήνας, το οποίο απέρριψε την αγωγή του πρώην γενικού γραμματέα του πρωθυπουργικού γραφείου, Γρήγορη Δημητριάδη, κατά της εταιρείας Alter Ego, του in.gr και των νομίμων εκπροσώπων του.

Ομόφωνα οι δικαστές με ένα σκεπτικό που έχει ως πυξίδα το ίδιο το Σύνταγμα, τον νόμο αλλά και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από το σκεπτικό  τους, έκριναν ότι το επίδικο δημοσίευμα αφορούσε υπόθεση εξαιρετικού θεσμικού και πολιτικού ενδιαφέροντος, η οποία κατά τον χρόνο της δημοσίευσης αποτελούσε αντικείμενο έντονης δημόσιας συζήτησης, εκτεταμένης δημοσιογραφικής έρευνας, κοινοβουλευτικού ελέγχου και διεθνούς ενδιαφέροντος.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο (πρόεδρος Ελενα Πεδιαδίτη, Ανδρονίκη-Αγγελική Μάστορη και Δημήτρης Σκουτέλης πρωτοδίκες) στάθμισε τον συνταγματικό ρόλο που καλείται να εκπληρώσει σε μια δημοκρατική κοινωνία ο Τύπος· και έτσι έπεσε στο κενό η προσπάθεια να γίνει δεκτή η πρώτη από τις αγωγές που έχει καταθέσει εις βάρος της Alter Ego Media και δημοσιογράφων της ο Γρηγόρης Δημητριάδης.

Ειδικότερα, η αγωγή στρεφόταν κατά της εταιρείας Alter Ego, του διευθυντή του in.gr  Λευτέρη Χαραλαμπόπουλου και της διευθύντριας σύνταξης της ιστοσελίδας Αργυρώς Τσατσούλη, με αφορμή  δημοσίευμα που είχε αναρτηθεί στις 23 Οκτωβρίου 2023 με τίτλο «Υποκλοπές: Αναβαθμίζεται η έρευνα – Τι σχολιάζουν κυβέρνηση και αντιπολίτευση» και είχε ως αίτημα συνολική αποζημίωση 250.000 ευρώ. Ωστόσο, το δικαστήριο, που σε πρώτο βαθμό απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, επιβάλλει στον ενάγοντα να πληρώσει και τα δικαστικά έξοδα προσδιορίζοντάς τα στο ποσό των 5.000 ευρώ.

Το καθήκον της ενημέρωσης

Μέσα στις 22 σελίδες που αριθμεί το σκεπτικό της απόφασης, σηματοδοτώντας μία ακόμα δικαστική ήττα, τουλάχιστον σε πρώτο βαθμό, του Γρηγόρη Δημητριάδη σε αυτό το πεδίο, οι δικαστές φωτίζουν ιδιαίτερα τον ρόλο του Τύπου, που δεν περιορίζεται μόνο «όταν ανακοινώνει ήδη αποδεδειγμένα γεγονότα, αλλά και όταν μεταφέρει, με τη δέουσα δημοσιογραφική επιμέλεια πληροφορίες που αποτελούν αντικείμενο σοβαρής δημόσιας συζήτησης και θεσμικής διερεύνησης», όπως δηλαδή ενήργησε το in.gr, αναδεικνύοντας την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών. Μία υπόθεση, που, όπως έχει χαρακτηριστεί από νομικούς, όσο παραμένει χωρίς να έχουν διερευνηθεί όλες οι πτυχές της, εξακολουθεί να αποτελεί ένα «θεσμικό τραύμα» για τη λειτουργία του κράτους δικαίου και την ίδια τη Δημοκρατία.

Μέσα στις επόμενες γραμμές του σκεπτικού τους οι δικαστές βάζουν στο επίκεντρο το καθήκον της  ενημέρωσης του κοινού, επισημαίνοντας επί της ουσίας ότι μπορεί να ασκείται και οξεία κριτική σε δημόσια πρόσωπα, υπό τον αναγκαίο όρο να μην υπερβαίνει το δημοσίευμα το αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο. Και στη ζυγαριά της Θέμιδος, το δημοσίευμα του in.gr, όπως κρίθηκε από το Πρωτοδικείο, δεν υπερέβη κανένα μέτρο, αντιθέτως οι εναγόμενοι ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τη μνεία πληροφοριών και μάλιστα χωρίς να συμπεριληφθούν οποιαδήποτε σχόλια ή χαρακτηρισμοί και χωρίς την άσκηση οποιασδήποτε κριτικής.

«Το συμφέρον του κοινού επέβαλε την ενημέρωσή του για το άνω θέμα (σ.σ. την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών) από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ιδιαίτερα από τον Τύπο, με δεδομένο ότι ο δημοσιογράφος έχει δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη δημοσίευση ειδήσεων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά προσώπων, για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο, έτσι ώστε να είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα, με σκοπό την πληροφόρηση ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, έστω και αν συνοδεύονται από οξεία κριτική κατά των προσώπων στα οποία αναφέρονται, αρκεί βέβαια το δημοσίευμα να μην υπερβαίνει το αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο, προς ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για την ενημέρωση του κοινού», επισημαίνεται χαρακτηριστικά στο σκεπτικό της δικαστικής απόφασης.

Περαιτέρω, ιδιαίτερη αξία έχει πως κατά την κρίση των δικαστών «αποδείχθηκε ότι η υπόθεση των παράνομων επισυνδέσεων και της χρήσης του λογισμικού Predator είχε ήδη αναχθεί, κατά τον χρόνο δημοσίευσης του επίδικου άρθρου, σε αντικείμενο ευρύτατης δημόσιας αντιπαράθεσης και θεσμικής διερεύνησης, απασχολώντας όχι μόνο τον εγχώριο και διεθνή Τύπο αλλά και την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Στο πλαίσιο αυτό το όνομα του ενάγοντος είχε επανειλημμένως αναφερθεί στον δημόσιο διάλογο, ενώ είχαν διατυπωθεί δημοσίως πληροφορίες και εκτιμήσεις σχετικά με τον ενδεχόμενο ρόλο του στην υπόθεση».

Επιπλέον, αναλύεται ότι ακόμη και όταν προστατεύεται ο Τύπος, εξετάζεται αν οι πληροφορίες αποκτήθηκαν νόμιμα, αν υπήρχε πραγματικό δημόσιο ενδιαφέρον και αν τηρήθηκαν οι αρχές της υπεύθυνης δημοσιογραφίας. «Εν προκειμένω, η επίδικη δημοσίευση αφορούσε υπόθεση εξαιρετικού θεσμικού και πολιτικού ενδιαφέροντος η οποία κατά τον χρόνο της δημοσίευσης αποτελούσε αντικείμενο έντονης δημόσιας συζήτησης, εκτεταμένης δημοσιογραφικής έρευνας, κοινοβουλευτικού ελέγχου και διεθνούς ενδιαφέροντος», σημειώνουν οι δικαστές αναφερόμενοι στην πολυδιάστατη αυτή υπόθεση, που παραμένει στην πρώτη γραμμή της δικαστικής και πολιτικής επικαιρότητας.

Υπό αυτό το πρίσμα έκριναν ότι οι εναγόμενοι δημοσιογράφοι ενήργησαν στο πλαίσιο της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας του Τύπου και της κοινωνικής αποστολής του για ενημέρωση του κοινού για θέματα της επικαιρότητας. Και στο διά ταύτα της απόφασής τους καταλήγουν ότι «οι εναγόμενοι ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τη μνεία πληροφοριών και μάλιστα χωρίς να συμπεριληφθούν στο δημοσίευμα από τον συντάκτη αυτού οποιαδήποτε σχόλια ή χαρακτηρισμοί και χωρίς την άσκηση οποιασδήποτε κριτικής. Κατά συνέπεια, από το όλο περιεχόμενο του δημοσιεύματος δεν προκύπτει ειδικός σκοπός δυσφημήσεως ή εξυβρίσεως του ενάγοντος (Γρηγόρη Δημητριάδη) αφού αυτό δεν εξέρχεται από τα όρια της συνταγματικά προστατευόμενης ελευθεροτυπίας».