Το τελευταίο διάστημα η καθ’ ημάς αρχαιότητα είχε την τιμητική της. Πρώτα χτύπησε η «Οδύσσεια» του Νόλαν που την έχουν δει ήδη εκατομμύρια άνθρωποι, εκ των οποίων 12 εκατομμύρια Κορεάτες και μόνο 830 χιλιάδες Ελληνες. Αυτό έγινε σε τρεις μήνες, θέτοντας το πρωτότυπο υπό σκιάν. Ως προς τις πωλήσεις, πώς (και σε ποιο νόμισμα) να συγκριθεί ο πτωχός μας Ομηρος του οποίου η φαντασία και οι αριθμητικές δεξιότητες θα αναμετρώνταν με τα $2 δισ. σημερινών εισπράξεων. (Πόσα θα ήταν άραγε τα δικαιώματα σε ιονικά τάλαντα, και τι θα τα έκανε;).
Ακολούθησε η ευγενής προσπάθεια του Μάρκο Ρούμπιο, που συνειδητοποίησε ότι το background των Προπυλαίων και της Ακρόπολης υπερέχει παρασάγγας από τους συνήθεις προεκλογικούς μουσαμάδες. Το branding και rebranding με πλανητικές φιλοδοξίες μόνο κερδίζει από ολίγον αρχαίο πνεύμα αθάνατον. Ιδίως μάλιστα αν ανακατέψουμε τους 300 του κόμικ του Λεωνίδα με τον Μεγαλέξαντρο προκειμένου να μαγευτεί το καταραμένο φίδι του Maga. Χαλάλι και η θυσία της πρεσβευτού (Ιφιγένειας 2026;).
Την επέλαση του αρχαίου κιτς ευτυχώς ανακόπτει την ίδια εβδομάδα το Νομπέλ Λογοτεχνίας της Αν Κάρσον. Εκείνη παραδέχεται ότι βλέπουμε σπαράγματα αρχαίων μέσα από τις λίγες χαραμάδες που άφησαν δύο χιλιάδες χρόνια. Που τα βλέπουμε σαν αστραπή και μας εγκαταλείπουν. Που για να τα αποκρυπτογραφήσουμε ερχόμαστε σε συνομιλία και αντιπαράθεση με όσους προηγήθηκαν στην προσπάθεια κατανόησης.
Το έργο της Κάρσον, «Antigonick», είναι η Αντιγόνη του Σοφοκλή όπως διακρίνεται μέσα από μια σχισμή ή μια χαραμάδα (μια έννοια του nick). Στη σκηνή συνεχώς ένας νέος σιωπηρός χαρακτήρας (o Nick), ο οποίος μετράει τον χρόνο που περνά και όχι μόνο. (Αυτός που μόλις πρόφτασε – in the nick of time).
Μάλιστα για να ξεκαθαρίσει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι μια μετάφραση, αλλά και μια χρονική μετάθεση, πάντα είναι σε απόσταση από το πρωτότυπο, στην αρχή του έργου η Κάρσον απευθύνεται με επιστολή στην ίδια την Αντιγόνη. Η μεταφράστρια της ζητά κατανόηση καθώς αποπειράται να το μεταφέρει βίαια το έργο του Σοφοκλή στο σήμερα.
Προβαίνει σε επισκόπηση των διαφόρων ερμηνειών που έχει υπομείνει η Αντιγόνη αρχίζοντας από τον Χέγκελ. Δεν ξεχνά τον Ζίζεκ που την παρομοίωσε με τον Τίτο (που είπε ΟΧΙ στον Στάλιν αντί στον Κρέοντα). Φαντάζεται την έκφραση της ίδιας της Θηβαίας όταν θα συνειδητοποιούσε ότι στην πρεμιέρα της Αντιγόνης του Ανουίγ το 1944 στο γερμανοκρατούμενο Παρίσι, τη χειροκρότησαν με ενθουσιασμό τόσο μεγαλοΝαζί της Κατοχής, όσο και ηγέτες της αριστερής Αντίστασης. Καταλαβαίνει για ποιον λόγο ο Μπρεχτ τη φαντάστηκε να κυκλοφορεί με μια πόρτα δεμένη στην πλάτη της – με τρόπο ώστε να είναι η μόνη που δεν μπορεί ποτέ να τη διαβεί.
Η μεταφορά περνάει μέσα από τη σχισμή του χρόνου προσπαθώντας να διασώσει τον ήχο όταν «καθετί κανονικό/ μουσικό / προσεκτικό /συμβατικό ή ευλαβές αποκόπτεται». Το κάνει για να επιτρέψει στην Αντιγόνη – διά μέσου των αιώνων – να μη σταματήσει να κραυγάζει. Η δουλειά της στη μετάφραση είναι να φροντίσει η Αντιγόνη να μη χάσει την κραυγή της ποτέ.
Κόντρα στο κιτς των άλλων, μαθήματα μετάφρασης και σεβασμού. Κόντρα στη δική μας ελληνοπρέπεια, μαθήματα συγκράτησης και στοχασμού.
Ο Πλάτων Τήνιος είναι οικονομολόγος, ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιά