Η σχέση πολιτικής και οικογενειακών δεσμών αποτελεί διαχρονικό πεδίο συζήτησης στην Ελλάδα. Πού τελειώνει το δικαίωμα κάθε πολίτη να διεκδικήσει την ψήφο και πού αρχίζει το πλεονέκτημα ενός επωνύμου που έχει ήδη ισχυρή παρουσία στη δημόσια ζωή;
H φιλόλογος Μαρία Αγναντή θέτει στο επίκεντρο την πολιτική διαδοχή μέσα στις ίδιες οικογένειες, την αξιοκρατία, την ευθύνη των ψηφοφόρων και τελικά την ίδια την έννοια της λαϊκής εντολής.
Ακολουθεί αυτούσιο το άρθρο της:
Η κληρονομικότητα της βουλευτικής έδρας
(Της φιλολόγου, Μαρίας Αγναντή)
Σε κάποιες χώρες η δημοκρατία στηρίζεται στην αξιοκρατία. Και υπάρχουν χώρες, όπου η πολιτική μοιάζει περισσότερο με οικογενειακή επιχείρηση. Εκεί, το επώνυμο προηγείται του βιογραφικού, η συγγένεια αντικαθιστά την ικανότητα και η βουλευτική έδρα περνά σχεδόν σαν οικογενειακό κειμήλιο, λες και περιλαμβάνεται στη διαθήκη μαζί με το πατρικό σπίτι.
Η λαϊκή εντολή, που θα έπρεπε να αποτελεί την κορυφαία έκφραση της δημοκρατίας, μετατρέπεται συχνά σε οικογενειακή σκυταλοδρομία. Ο πατέρας αποχωρεί, ο γιος εμφανίζεται. Η μητέρα ολοκληρώνει τη θητεία, η κόρη “συνεχίζει το έργο”. Το επώνυμο γίνεται πολιτικό προσόν και η κάλπη, αντί να κρίνει πρόσωπα και ιδέες, μοιάζει να επικυρώνει οικογενειακές παραδόσεις.
Η ειρωνεία είναι πως, όσοι μιλούν περισσότερο για ίσες ευκαιρίες, δείχνουν να θεωρούν αυτονόητο ότι η πρώτη ευκαιρία ανήκει στους γόνους τους. Για τον απλό πολίτη η πολιτική είναι ένας δύσβατος ανήφορος. Για τον πολιτικό γόνο, μια πόρτα που ανοίγει με το οικογενειακό κλειδί.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι ένας γιος ή μια κόρη πολιτικού μπορεί να διαθέτει γνώσεις, ικανότητες και όραμα. Όμως αυτά οφείλουν να αποδεικνύονται στην πράξη και όχι να προεξοφλούνται λόγω καταγωγής. Η δημοκρατία δεν αναγνωρίζει τίτλους ευγενείας ούτε κληρονομικά δικαιώματα εξουσίας. Όταν όμως η πολιτική εξελίσσεται σε οικογενειακή υπόθεση, η αξιοκρατία γίνεται διακοσμητική έννοια και η ισότητα ευκαιριών ένα σύνθημα χωρίς αντίκρισμα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι οι πολιτικές οικογένειες. Είναι η κοινωνική ανοχή απέναντί τους. Όταν η ψήφος απονέμεται από συνήθεια, από αναγνωρισιμότητα ή από συναισθηματική κληρονομιά, τότε η δημοκρατία χάνει το πιο πολύτιμο χαρακτηριστικό της: την ελεύθερη και αυστηρή κρίση των πολιτών.
Η βουλευτική έδρα δεν είναι οικογενειακό κειμήλιο, δεν είναι τίτλος ιδιοκτησίας και δεν αποτελεί περιουσιακό στοιχείο που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Είναι προσωρινή εντολή του λαού και συνοδεύεται από ευθύνη. Όχι από δικαίωμα διαδοχής. Αν αναρωτιέται κάποιος, γιατί οι πολίτες χάνουν την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς, είναι διότι η κάλπη δεν μοιάζει πλέον με εργαλείο επιλογής, αλλά με συμβολαιογραφικό γραφείο μεταβίβασης της εξουσίας με γονική παροχή.
Όσο η λαϊκή εντολή θα μετατρέπεται με αυτού του είδους τις μεθοδεύσεις και τις οικογενειακές ιστορίες σε πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, η καθημερινότητά μας θα παραμένει η ίδια αδιέξοδη “ωραία ατμόσφαιρα”.