Oι Αρχές προχώρησαν στην εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης που, με τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης (AI), διέπραττε απάτες και διακεκριμένες κλοπές, παρουσιάζοντας τα μέλη της ως υπαλλήλους του ΔΕΔΔΗΕ, εταιρειών κινητής τηλεφωνίας και οπτικών ινών. Η συνολική λεία της οργάνωσης ξεπερνά το ένα εκατομμύριο ευρώ.
Στη διάρκεια της αστυνομικής επιχείρησης συνελήφθησαν δύο «εισπράκτορες» της οργάνωσης, ηλικίας 23 και 25 ετών. Στη δικογραφία που σχηματίσθηκε περιλαμβάνονται ακόμη τέσσερα άτομα, εκ των οποίων τα τρία έχουν ταυτοποιηθεί.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της ΕΛΑΣ, η εγκληματική οργάνωση είχε διακριτή εσωτερική δομή, με μέλη σε διευθυντικούς ρόλους, καθώς και «τηλεφωνητές» και «εισπράκτορες» που αναλάμβαναν συγκεκριμένα καθήκοντα.
Ο ρόλος των «τηλεφωνητών» ήταν να εντοπίζουν υποψήφια θύματα μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας, με στόχο την εξαπάτησή τους και την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους. Επιπλέον, ήταν υπεύθυνοι για τη συλλογή και ενεργοποίηση τηλεφωνικών συνδέσεων και συσκευών που χρησιμοποιούνταν στις παράνομες δραστηριότητες.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δράσης της οργάνωσης ήταν η χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης για την κλωνοποίηση της φωνής συγγενικών προσώπων των θυμάτων. Με αυτόν τον τρόπο ενίσχυαν την πειστικότητα των σεναρίων εξαπάτησης και κάμπτονταν οι επιφυλάξεις των θυμάτων.
Ο τρόπος δράσης της οργάνωσης
Τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης επικοινωνούσαν τηλεφωνικά με τα υποψήφια θύματα, πείθοντάς τα να ακολουθήσουν συγκεκριμένες οδηγίες, κυρίως σχετικά με την εγκατάσταση οπτικής ίνας.
Εάν το θύμα εξέφραζε αμφιβολίες, του ζητούσαν να επικοινωνήσει με συγγενικό ή οικείο του πρόσωπο για να επιβεβαιώσει την αναγκαιότητα της διαδικασίας.
Στη συνέχεια, ζητούσαν τον αριθμό τηλεφωνικής σύνδεσης του συγγενικού προσώπου και επικοινωνούσαν μαζί του, προσποιούμενοι ότι εκπροσωπούν εταιρεία παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας.
Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας αποκτούσαν δείγμα της φωνής του συγγενικού προσώπου και, με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, κλωνοποιούσαν τα χαρακτηριστικά της φωνής.
Στη συνέχεια, επικοινωνούσαν εκ νέου με το αρχικό θύμα, χρησιμοποιώντας την κλωνοποιημένη φωνή για να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι ο συγγενής επιβεβαιώνει όσα είχαν προηγουμένως υποδείξει.
Με τον τρόπο αυτό αύξαναν την πεποίθηση των θυμάτων ότι η επικοινωνία ήταν γνήσια, μειώνοντας την αντίστασή τους και αυξάνοντας τις πιθανότητες να υπακούσουν στις οδηγίες.
Η επιχείρηση της ΕΛΑΣ και εξιχνίαση της υπόθεσης
Η δράση της εγκληματικής οργάνωσης τερματίστηκε μετά από επιχείρηση της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων στη Νέα Ιωνία Αττικής. Κατά την επιχείρηση συνελήφθησαν δύο μέλη τη στιγμή που είχαν μόλις αφαιρέσει τιμαλφή αξίας 30.000 ευρώ από οικία θύματος.
Οι δύο συλληφθέντες, ηλικίας 23 και 25 ετών, λειτουργούσαν ως «εισπράκτορες» της οργάνωσης. Στη δικογραφία για εγκληματική οργάνωση, απάτη, διακεκριμένες κλοπές και απόπειρες κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, με όφελος άνω των 120.000 ευρώ, περιλαμβάνονται συνολικά έξι άτομα, εκ των οποίων τα τρία έχουν ταυτοποιηθεί.
Η έρευνα ξεκίνησε μετά από αξιοποίηση πληροφοριακών στοιχείων, που ανέδειξαν τη δράση της οργάνωσης τουλάχιστον από τις αρχές Ιουλίου 2026.
Μέχρι στιγμής έχει πιστοποιηθεί η εμπλοκή της οργάνωσης σε πέντε επιπλέον περιπτώσεις με παρόμοια μεθοδολογία, ενώ εξιχνιάστηκε και κλοπή οχήματος που τελέστηκε στις 14/9/2026 και χρησιμοποιήθηκε ως «επιχειρησιακό όχημα».
Κατά τις έρευνες βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα όχημα Δημόσιας Χρήσης και δύο συσκευές κινητής τηλεφωνίας.
Το παράνομο περιουσιακό όφελος από τη δράση της οργάνωσης εκτιμάται ότι υπερβαίνει το 1.000.000 ευρώ.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον αρμόδιο Εισαγγελέα και παραπέμφθηκαν στον Ανακριτή. Η έρευνα συνεχίζεται για την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης και την ταυτοποίηση όλων των εμπλεκομένων.