Με την προειδοποίηση ότι «ο κόσμος δεν τα συγχωρεί, και δικαίως», η Ντόρα Μπακογιάννη χτύπησε καμπάνα στην κυβέρνηση για κρούσματα αλαζονείας, τα οποία πρέπει «να κοπούν γρήγορα», όπως είπε. «Εχουμε και τέτοια φαινόμενα» παραδέχτηκε (ΣΚΑΪ), προτρέποντας υπουργούς του Κυριάκου Μητσοτάκη «να ξεκαβαλικέψουν» – χωρίς να στρέφει τα βέλη της σε συγκεκριμένα στελέχη.
Αν και στο νεοδημοκρατικό παρασκήνιο επιχειρήθηκαν εκτιμήσεις για τους παραλήπτες του αυστηρού «ξεκαβαλικέψτε», επρόκειτο για ευρύτερο, πλην αιχμηρό, μήνυμα της πρώην υπουργού και βουλευτή Χανίων για την ανάγκη σύνδεσης της κυβέρνησης με την «πραγματικότητα» στην κοινωνία.
Η ίδια στάθηκε εξάλλου με νόημα στην ευρύτερη άρνηση απέναντι στο πολιτικό σύστημα και στον πολυκερματισμό στο κομματικό σκηνικό. Και τόνισε, αφενός, ότι υπό τις παρούσες συνθήκες, η ύπαρξη σταθερής κυβέρνησης έχει ειδική σημασία, αφετέρου, ότι στη σύγκριση που «θα είναι μεταξύ Μητσοτάκη – Ανδρουλάκη και Μητσοτάκη – Τσίπρα, εμείς πιστεύουμε ότι ο Μητσοτάκης κάνει καλύτερη δουλειά από τους δύο».
Πυρά και μέσα από την ΚΟ
Μόνο τα τελευταία 24ωρα καταγράφηκαν βολές μέσα από την ΚΟ προς «αλαζόνες» υπουργούς: ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ Δημήτρης Καιρίδης σε διαδοχικές τοποθετήσεις (Παραπολιτικά fm, ΕΡΤnews) μίλησε για κάποιους που «έχουν εθιστεί στο καλάμι» και αναγνώρισε «δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα στην πολιτική από τον ελιτισμό» και ο βουλευτής στα δυτικά Δημήτρης Καλογερόπουλος σχολίασε (Βουλή TV) ότι ο πολίτης «έχει αρχίσει να κουράζεται», λέγοντας ότι κάποιοι πρέπει να κόψουν «τις μύτες γιατί τις έχουν ψηλά».
Και αυτά έρχονται στον απόηχο κυβερνητικών φάλτσων, που σύμφωνα με βουλευτές, μετατοπίζουν τη δημόσια συζήτηση, φέρνοντάς τους σε άβολη θέση. Από κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους προκύπτει ότι βουλευτές δεν προτίθενται να χαρίζονται σε υπουργούς – ούτε για το ύφος τους, ούτε για τις πολιτικές. Εξού και, αναζητώντας και οι ίδιοι «θετικά» επιχειρήματα προς τους ψηφοφόρους στις εκλογικές Περιφέρειές τους (στο πλαίσιο και του εσωτερικού ανταγωνισμού) έχουν αποφασίσει πίεση διαρκείας στο κυβερνητικό επιτελείο.
Στα πηγαδάκια εξακολουθούν να συζητιούνται πρόσφατες υπουργικές αστοχίες: η «προσωπική άποψη» του Παύλου Μαρινάκη για το επίδομα ανεργίας δίχασε τη ΝΔ και προκάλεσε εκνευρισμό σε τμήμα της ΚΟ, που καταλογίζει στον κυβερνητικό εκπρόσωπο «αμετροέπεια» – εξαρχής η Ντόρα Μπακογιάννη ζήτησε περισσότερη προσοχή.
Στην ίδια κατεύθυνση προκάλεσαν αναστάτωση η φράση του Γιώργου Φλωρίδη για τον κίνδυνο τουρκικού «ντου» σε περίπτωση ακυβερνησίας και η φράση «συγκλονιστική περίοδος ευημερίας» διά στόματος του Αδωνη Γεωργιάδη, που ο ίδιος υποστήριξε ότι αλλοιώθηκε λαϊκίστικα. Μεταξύ άλλων, δυσφορία προκαλεί σε κάποιους βουλευτές η επιμονή, όπως λένε, του Ακη Σκέρτσου στις τεχνοκρατικές προβολές «excel και αριθμών» για την οικονομία όταν «το στοίχημά μας είναι αυτά να φανούν στην τσέπη».
Γραμμή ηπιότητας από τις ΗΠΑ
Ειδικά ενόψει του δύσκολου χειμώνα, οι βουλευτικές αγωνίες εντείνονται, με την κυβέρνηση να φλερτάρει και με κρούσματα κακοφωνίας για τα μέτρα (π.χ. για τον ΕΦΚ). Οι περισσότεροι προσμένουν «δραστικές παρεμβάσεις», θεωρώντας ότι το «μήνυμα» της ΔΕΘ πρέπει να ενισχυθεί επειγόντως.
Χαρακτηριστική η εκτίμηση του βουλευτή Ανατολικής Αττικής Στέλιου Πέτσα (Mega News 104.6) ότι απέναντι στην ενεργειακή κρίση χρειάζεται «μπαζούκας», όχι νεροπίστολα. Φαίνεται πως το κλίμα δεν έχει κατευνάσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, λέγοντας προ ημερών ότι δεν πρέπει να εκπέμπεται ότι «είμαστε αναντικατάστατοι». Ο Πρωθυπουργός επιχείρησε να χαράξει γραμμή ηπιότητας και από το Σαν Φρανσίσκο, χαρακτηρίζοντας τη ΝΔ «μετριοπαθές, κεντροδεξιό, φιλελεύθερο κόμμα».
Ταυτόχρονα, όμως, επανήλθε στις προειδοποιήσεις για κίνδυνο οικονομικού εκτροχιασμού «εάν αναλάβει την εξουσία μια άλλη κυβέρνηση και αποφασίσει να ξαναβάλει τη χώρα στον δρόμο των δαπανών που υπερβαίνουν τις δυνατότητές μας (…) δεν θα αργήσουν οι αγορές ομολόγων να στραφούν εναντίον μας». Αναφερόμενος στις εξελίξεις στη Γερμανία, ο Μητσοτάκης θέλησε επί της ουσίας να πει ότι η ΝΔ δεν απειλείται με την τύχη του CDU: «Στην Ελλάδα, αψηφούμε αυτή την τάση (…) Προηγούμαστε (…) Μπορούμε να κερδίσουμε».