Ανάμεσα στην αμερικανική ανακοίνωση ότι διαπραγματεύσεις με το Ιράν θα ξεκινούσαν χθες το απόγευμα και τη διάψευση της Τεχεράνης που απάντησε ότι δεν διεξάγονταν συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν υπάρχουν σχέδια για συνομιλίες πέραν αυτών με το Ομάν με θέμα τη διαχείριση των Στενών του Ορμούζ, δεν χάθηκε μόνο μια διπλωματική πρωτοβουλία. Επιβεβαιώθηκε παράλληλα ότι στον πόλεμο των τελευταίων μηνών, συνομιλίες και διαψεύσεις έχουν μετατραπεί σε όπλα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ χρησιμοποιεί την απειλή των μαζικών βομβαρδισμών για να παρουσιάσει την εικόνα ενός Ιράν που πιέζεται να προσέλθει στο τραπέζι. Η Τεχεράνη από την πλευρά της επιλέγει τη δημόσια διάψευση για να δείξει ότι δεν διαπραγματεύεται υπό πίεση και ότι εξακολουθεί να ελέγχει το κρισιμότερο χαρτί της περιοχής: τα Στενά του Ορμούζ.
Ο αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι οι συνομιλίες με το Ιράν επρόκειτο να αρχίσουν τη Δευτέρα το απόγευμα, παρουσιάζοντας μάλιστα την αναβολή μιας μεγάλης αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης ως αποτέλεσμα της προοπτικής μιας συμφωνίας. Δεν έδωσε τόπο, διάρκεια ή συμμετέχοντες.
Η ανακοίνωση αποτελούσε περισσότερο πολιτικό μήνυμα παρά διπλωματική ενημέρωση: οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται έτοιμες να πλήξουν αποφασιστικά, αλλά προτιμούν τη συμφωνία. Η εικόνα που επιδίωκε να δημιουργήσει ήταν ότι η Τεχεράνη έχει αντιληφθεί το κόστος της σύγκρουσης και αναζητεί έξοδο μέσω διαπραγματεύσεων.
Με μία μόνο δήλωση, η Τεχεράνη επιχείρησε να ακυρώσει ολόκληρο το αφήγημα του Λευκού Οίκου. Η απάντηση του Ιράν ήταν κατηγορηματική. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγάι δήλωσε ότι δεν διεξάγονται συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν υπάρχει καμία προγραμματισμένη συνάντηση και όλοι οι ιρανοί διαπραγματευτές βρίσκονται εντός της χώρας. Η μόνη διαπραγμάτευση που αναγνώρισε αφορά το Ομάν και τη διαχείριση των Στενών του Ορμούζ.
Ερωτηθείς πάντως χθες το βράδυ για την πορεία των διαπραγματεύσεων, ο αμερικανός πρόεδρος επέμεινε ότι «διεξάγονται αυτή τη στιγμή», υποστηρίζοντας ότι ξεκίνησαν έπειτα από αίτημα του Ιράν, της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Κατάρ, μεταξύ άλλων. «Αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία τους να υπογράψουν ένα καλό έγγραφο», είπε, απειλώντας το Ιράν με «αποκεφαλισμό».
Τους τελευταίους πέντε μήνες έχει επαναληφθεί πολλές φορές το ίδιο μοτίβο: ο Τραμπ ανακοινώνει επικείμενες μαζικές επιθέσεις, τις παρουσιάζει ως αναπόφευκτες και στη συνέχεια υπαναχωρεί, επικαλούμενος είτε διπλωματικά ανοίγματα είτε αιτήματα περιφερειακών συμμάχων. Η στρατηγική του βασίζεται στη δημιουργία ακραίας πίεσης με την ελπίδα ότι το Ιράν θα οδηγηθεί σε παραχωρήσεις.
Η Τεχεράνη, όμως, φαίνεται ότι κινείται διαφορετικά. Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Reuters, η ιρανική ηγεσία πιστεύει ότι κάθε ένδειξη διαλλακτικότητας ερμηνεύεται από την Ουάσιγκτον ως αδυναμία. Γι’ αυτό και απορρίπτει δημόσια τις ανακοινώσεις περί συνομιλιών, ακόμη κι αν διατηρεί ανοιχτούς έμμεσους διαύλους επικοινωνίας μέσω τρίτων χωρών.
Επέκταση των απειλών
Παράλληλα, όπως υπογραμμίζουν αναλυτές, μακριά από την επιδίωξη μιας ανέφικτης αποφασιστικής στρατιωτικής νίκης κατά της Ουάσιγκτον, οι Ιρανοί επιδίδονται σε έναν πόλεμο φθοράς μέσω μιας στρατηγικής ελεγχόμενης κλιμάκωσης με στόχο τη διεύρυνση της σύρραξης χωρίς την πρόκληση ολοκληρωτικού πολέμου. Το στοίχημα είναι να αντισταθούν στην πίεση των Αμερικανών μετατρέποντας τους διαύλους του εμπορίου, της ναυσιπλοΐας και τις ενεργειακές υποδομές της Μέσης Ανατολής σε μοχλούς πίεσης που ανεβάζουν διαρκώς το κόστος της αναμέτρησης, σύμφωνα με παράγοντες των χωρών του Κόλπου και αναλυτές.
Οσον αφορά το Ορμούζ, το Ιράν δεν επιδιώκει απλώς την άρση του ναυτικού αποκλεισμού. Επιδιώκει να επιβάλει νέο καθεστώς διαχείρισης των Στενών, να αποκτήσει θεσμικό ρόλο στον έλεγχο της θαλάσσιας διόδου και, σύμφωνα με περιφερειακές πηγές, ακόμη και τη δυνατότητα επιβολής τελών στα διερχόμενα πλοία. Η Ουάσιγκτον απορρίπτει αυτή την προοπτική, επιμένοντας ότι το Ορμούζ παραμένει διεθνής δίαυλος. Οι ιρανικές απειλές επεκτείνονται όμως και πέραν του Ορμούζ. Αφού έδειξε ότι έχει την ικανότητα να διαταράξει την κυκλοφορία στα Στενά, η Τεχεράνη έστειλε το μήνυμα ότι κανένας δίαυλος δεν βρίσκεται εκτός του βεληνεκούς της. Οι απειλές για την κυκλοφορία στην Ερυθρά Θάλασσα και για τις ενεργειακές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας δείχνουν μία ευρύτερη προσπάθεια αύξησης του κόστους της προστασίας του παγκόσμιου εμπορίου δοκιμάζοντας την ανοχή της Ουάσιγκτον. Στόχος είναι να αναγκάσει τον αντίπαλο να αποδεχθεί ότι η διαχείριση της κρίσης κοστίζει περισσότερο από έναν συμβιβασμό.
Αναλυτές όπως ο Michael Knights και ο Michael Singh (του Washington Institute) εκτιμούν ότι η Τεχεράνη πιστεύει πως διατηρεί ακόμη την πρωτοβουλία, επειδή η κυβέρνηση Τραμπ εμφανίζεται αναποφάσιστη για το πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να φτάσει στρατιωτικά. Από την άλλη πλευρά, ο Τραμπ θεωρεί ότι η συνεχής απειλή συντριπτικής ισχύος μπορεί τελικά να φέρει το Ιράν στο τραπέζι. Ετσι, και οι δύο πλευρές απαντούν στην κλιμάκωση με περισσότερη κλιμάκωση, τόσο στο πεδίο όσο και στη δημόσια ρητορική.
Οι εκτελέσεις δύο Ιρανών που κατηγορήθηκαν για κατασκοπεία υπέρ του Ισραήλ, προσθέτουν μια ακόμη διάσταση. Η Τεχεράνη στέλνει μήνυμα εσωτερικής πειθαρχίας και αποφασιστικότητας. Σύμφωνα με οργανώσεις υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το Ιράν είναι η δεύτερη χώρα στον κόσμο που προβαίνει στον μεγαλύτερο αριθμό εκτελέσεων μετά την Κίνα, ενώ οι εκτελέσεις αυξήθηκαν στην Ισλαμική Δημοκρατία μετά την έναρξη του πολέμου.