Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, γεννήθηκε στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης ένα σχολείο διαφορετικό από τα άλλα. Ενα σχολείο που δεν σχεδιάστηκε απλώς για να στεγάσει μαθητές, αλλά για να αλλάξει την εκπαιδευτική αντίληψη, τον τρόπο με τον οποίο οι μαθητές θα κινούνταν και θα μάθαιναν μέσα στον χώρο. Σχεδόν έξι δεκαετίες μετά, αυτό το μοναδικό στην Ευρώπη σχολείο, με τις οκταγωνικές αίθουσες που συγκροτούν μια «κυψέλη», βρίσκεται στο επίκεντρο μιας κρίσιμης διαμάχης.
Από τη μία πλευρά, αρχιτέκτονες, πανεπιστημιακοί και φορείς διάσωσης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς κάνουν λόγο για ένα σπάνιο και εξαιρετικά σημαντικό έργο του ελληνικού μεταπολεμικού μοντερνισμού που πρέπει να προστατευθεί. Από την άλλη, ο Δήμος Λαγκαδά προτάσσει την ανάγκη για τη δημιουργία ενός σύγχρονου και ασφαλούς σχολείου, καθώς το υφιστάμενο κτίριο έχει πάψει να λειτουργεί από το 2021. Και θέλει να το κατεδαφίσει.
Το σχολείο, που έχει συμπεριληφθεί σε αρχιτεκτονικές εκδόσεις ως ένα από τα σημαντικότερα κτίρια του προηγούμενου αιώνα στην Ελλάδα, βρίσκεται πλέον στο πιο κρίσιμο σταυροδρόμι της ιστορίας του. Τις επόμενες μέρες αναμένεται να συζητηθεί το αίτημα που έχουν καταθέσει, αρχιτέκτονες, ακαδημαϊκοί και άλλοι φορείς, όπως η Monumenta, για τον χαρακτηρισμό του ως διατηρητέου μνημείου.
Μια «άσκηση»
Το συγκρότημα σχεδιάστηκε το 1966-1967 από δύο κορυφαίους εκπροσώπους του ελληνικού μεταπολεμικού μοντερνισμού, τον Βασίλη Γιαννάκη και τον Μίμη Φατούρο, ο οποίος είχε διατελέσει και πρύτανης του ΑΠΘ. Οι δυο τους αντιμετώπισαν το έργο ως μια «άσκηση» πάνω στη σχέση του μαθητή με τον εκπαιδευτικό χώρο. Για να το καταφέρουν, «αμφισβήτησαν» τη γνωστή εικόνα της σχολικής αίθουσας, φτιάχνοντας οκτάγωνα στη σειρά, αίθουσες που ανοίγονται η μία προς την άλλη, διαδρόμους, αυλές και διοχετεύοντας φως από διαφορετικές κατευθύνσεις με αποτέλεσμα να συνθέσουν ένα σχολείο που μοιάζει περισσότερο με ζωντανό οργανισμό παρά με το συμβατικό σχολικό «κουτί» της εποχής του. Το έργο ολοκληρώθηκε το 1970 και σχεδιάστηκε για 480 μαθητές – κορίτσια και αγόρια – με τελική δυναμικότητα 720 μαθητών.
Σύμφωνα με τους πνευματικούς δημιουργούς του έργου, το οκτάγωνο επελέγη διότι συνδύαζε ιδιότητες του τετραγώνου και του κύκλου, δημιουργούσε ορθές γωνίες και επέτρεπε πολλές διαφορετικές διατάξεις των θρανίων. Η επιλογή αυτή συνδεόταν άμεσα με μια διαφορετική αντίληψη για τη διδασκαλία. Ο καθηγητής δεν θα έπρεπε να είναι μόνιμα καθηλωμένος στην έδρα και στον πίνακα, ενώ οι μαθητές θα κοιτούσαν όλοι προς μία κατεύθυνση. Ο χώρος έπρεπε να επιτρέπει την κίνηση, την επικοινωνία και την άμεση επαφή. Ηταν, με άλλα λόγια, μια αρχιτεκτονική σύνθεση σχεδιασμένη γύρω από τον μαθητή. Κάθε οκτάγωνο έχει εμβαδόν περίπου 60 τετραγωνικών μέτρων και μπορούσε να φιλοξενήσει 40 μαθητές.
Ανοιχτή εκπαίδευση
Ο πρόεδρος του τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, Αναστάσιος Τέλλιος, περιγράφει το κτίριο ως ένα «πρωτοποριακό εκπαιδευτικό συγκρότημα» που απηχεί τις πιο προωθημένες αντιλήψεις της εποχής για την ανοιχτή εκπαίδευση.
«Η κυψελωτή άρθρωση των οκταγώνων προσφέρει ένα μοναδικό περιβάλλον διδασκαλίας που ενθαρρύνει μια εκπαιδευτική μαθητοκεντρική και όχι την καθ’ έδρας διαδικασία», αναφέρει ο ίδιος στο αίτημα που κατέθεσε μαζί με άλλους φορείς προς το υπουργείο Πολιτισμού, ζητώντας τον χαρακτηρισμό του κτιρίου ως διατηρητέου μνημείου. «Η αρχιτεκτονική του είναι επηρεασμένη από τον ολλανδικό στρουκτουραλισμό και ειδικότερα από το εκτεταμένο έργο του Aldo van Eyck, η τυπολογία των αιθουσών διδασκαλίας ακολουθεί μια οκταγωνική διάταξη, που απομακρύνεται από τους συμβολικούς ορθογωνικούς καννάβους», προσθέτει.
Η κυψελωτή άρθρωση των οκταγώνων προσφέρει ένα μοναδικό περιβάλλον διδασκαλίας που ενθαρρύνει μια εκπαιδευτική διαδικασία μαθητοκεντρική, λέει ο πρόεδρος του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ Αναστάσιος Τέλλιος
«Το κτιριακό συγκρότημα ακολουθεί τις νέες αρχές οργάνωσης σχολικών μονάδων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν τις δύο πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες σε συνέχεια της «συνάντησης στο Darmstadt » το 1951 με θέμα: «άνθρωπος και χώρος». Σύμφωνα με αυτές, παιδαγωγικά κριτήρια επέβαλλαν την απομάκρυνση από τους κλασικούς τύπους σχολείων που σχεδιάζονταν μέχρι πρότινος με άξονα τη μέγιστη εκμετάλλευση του χώρου. Το νέο ζητούμενο για τα σχολικά κτίρια θα έπρεπε να είναι η ευημερία των χρηστών και η προσαρμογή στις ιδιαίτερες ανάγκες της κάθε τάξης. Για τον λόγο αυτό το «κύτταρο» του σχεδιασμού θα έπρεπε να είναι η ίδια η τάξη».
Αντιδράσεις από την αρχή
Οταν παρουσιάστηκε για πρώτη φορά, το αρχιτεκτονικό σχέδιο του συγκροτήματος ήγειρε αντιδράσεις καθώς θεωρήθηκε πολύ πρωτοποριακό για την εποχή του από τον τότε διευθυντή της τεχνικής υπηρεσίας του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων. Οι δύο αρχιτέκτονες ζήτησαν να λυθεί η σύμβαση της μελέτης, αν δεν μπορούσε να προχωρήσει ως έχει, εξέλιξη που οδήγησε τον ΟΣΚ να δώσει εντολή για τη συνέχιση της κατασκευής.
Σύμφωνα με τον Βασίλη Γιαννάκη το Γυμνάσιο-Λύκειο Λαγκαδά ήταν το πρώτο σχολικό κτίριο με οκταγωνικές τάξεις που κατασκευάστηκε στην Ελλάδα και ενδεχομένως το πρώτο διεθνώς. Το έργο παρουσιάστηκε στο περιοδικό «Αρχιτεκτονικά Θέματα» το 1968 και επανήλθε με νέο δημοσίευμα το 1973, γεγονός που δείχνει ότι είχε προσελκύσει έντονα το ενδιαφέρον του αρχιτεκτονικού κόσμου.
«Η τοπική κοινωνία δεν έχει πλήρη συναίσθηση του αριστουργήματος που έχει στα χέρια της», λέει στα «ΝΕΑ» η καθηγήτρια του τμήματος Αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ, Μαρία Δούση, και η διευθύντρια του Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών με τίτλο «Προστασία Συντήρηση και Αποκατάσταση Μνημείων Πολιτισμού», το οποίο με ανακοίνωσή του αναφέρει ότι «είμαστε στη διάθεση των τοπικών Αρχών του Λαγκαδά να στηρίξουμε οποιαδήποτε πρωτοβουλία για την αποκατάσταση του κτιρίου, με όλο το επιστημονικό προσωπικό».
Οι δημιουργοί επέλεξαν το οκτάγωνο διότι συνδύαζε χρήσιμες ιδιότητες του τετραγώνου και του κύκλου και επέτρεπε πολλές διαφορετικές διατάξεις των θρανίων. Η επιλογή αυτή συνδεόταν άμεσα με μια διαφορετική αντίληψη για τη διδασκαλία. Ο καθηγητής δεν θα έπρεπε να είναι μόνιμα καθηλωμένος στην έδρα και στον πίνακα ενώ οι μαθητές θα κοιτούσαν όλοι προς μία κατεύθυνση
«Εχουμε πλέον τη δυνατότητα να κοιτάμε πίσω τα κτίρια και να αναγνωρίζουμε την αξία τους. Κτίρια που σχεδιάστηκαν από σημαντικούς αρχιτέκτονες δεν τα γκρεμίζουμε άκριτα», λέει η Μαρία Δούση, εκτιμώντας πως το γεγονός ότι το κτίριο βρίσκεται σε μια επαρχιακή πόλη της Βόρειας Ελλάδας δεν βοήθησε να αναγνωριστεί η αξία του. «Αν βρισκόταν στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη, η αντιμετώπισή του πιθανότατα θα ήταν διαφορετική. Δεν υπήρξε η ευαισθητοποίηση που θα έπρεπε».
Η ίδια θεωρεί ότι η αποκατάσταση θα έπρεπε να είναι η πρώτη επιλογή πριν από οποιαδήποτε απόφαση κατεδάφισης. «Πρώτο κριτήριο θα έπρεπε να είναι να αποκαταστήσουμε αυτό που έχουμε». «Είναι θέμα πολιτισμού, είναι θέμα παιδείας. Αν βάλεις την αποκατάσταση ως προτεραιότητα, μπορείς να αξιοποιήσεις τα διαθέσιμα κονδύλια, να αποκαταστήσεις το κτίριο και, όπου χρειάζεται, να κάνεις προσθήκες ώστε να καλύψει τις σύγχρονες λειτουργικές ανάγκες», τονίζει, προσθέτοντας μία ακόμη διάσταση, την περιβαλλοντική: σε μια εποχή που η εξοικονόμηση ενέργειας και η επαναχρησιμοποίηση των υφιστάμενων κτιρίων αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία, «έχουμε ένα κτίριο που υπάρχει ήδη. Γιατί να το γκρεμίσουμε;».
Τεχνικά προβλήματα
Υπάρχει, ωστόσο, και η άλλη πλευρά της ιστορίας. Σύμφωνα με τον Δήμο Λαγκαδά, από το 2021 οι μαθητές του σχολείου έχουν μετακινηθεί σε προκατασκευασμένες αίθουσες, καθώς η κατάσταση του υφιστάμενου κτιρίου έχει δημιουργήσει ένα πιεστικό πρόβλημα σχολικής στέγης. Η δημοτική Αρχή υποστηρίζει ότι τα τεχνικά προβλήματα ήταν γνωστά εδώ και χρόνια και ότι η περιοχή χρειάζεται ένα ασφαλές, σύγχρονο και λειτουργικό σχολείο άμεσα, υποστηρίζοντας ότι οι παρεμβάσεις στο υφιστάμενο κτίριο θα ήταν χρονοβόρες και δεν θα ανταποκρίνονταν στα σύγχρονα πρότυπα. Ηδη έχει δρομολογηθεί η κατασκευή νέου 1ου Γυμνασίου Λαγκαδά, με σύμβαση που υπογράφηκε τον Μάιο του 2026 και εξασφαλισμένη χρηματοδότηση ύψους περίπου 8,74 εκατ. ευρώ και γι’ αυτό η δημοτική Αρχή θέλει να προχωρήσει με ταχείς διαδικασίες στην κατεδάφιση.
Αποκατάσταση και επανάχρηση
Οι φορείς που αιτούνται την προστασία του συγκροτήματος υποστηρίζουν ότι αν το κτίριο βρισκόταν σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, θα θεωρούνταν αυτονόητα διατηρητέο. Πλέον ζητούν να εξεταστεί σοβαρά η δυνατότητα αποκατάστασης και επανάχρησής του και να ακολουθηθεί η διαδικασία για τον χαρακτηρισμό του ως νεότερου μνημείου. Εχουν ζητήσει αυτοψία, τεκμηρίωση της υφιστάμενης κατάστασης και εξέταση κάθε δυνατότητας προσωρινής προστασίας πριν από οποιαδήποτε μη αναστρέψιμη επέμβαση. Η υπόθεση αναμένεται να απασχολήσει τα αρμόδια όργανα εντός του Σεπτεμβρίου. Ενα σχολείο που πριν από εξήντα χρόνια θεωρήθηκε υπερβολικά πρωτοποριακό για την εποχή του, καλείται σήμερα να αποδείξει αν μπορεί να είναι χρήσιμο για την εποχή μας.