Πριν από περίπου έναν μήνα έφυγε από τη ζωή μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στον χώρο των Ελληνικών Σπουδών τα τελευταία πενήντα χρόνια: η ομότιμη καθηγήτρια στην Εδρα Νεοελληνικών Σπουδών «Γιώργος Σεφέρης» στο Χάρβαρντ Margaret Alexiou (Μάργκαρετ Αλεξίου, 1939-2026). Κόρη του σπουδαίου και ρηξικέλευθου αρχαιοελληνιστή George Thomson, καθηγητή στο Cambridge και μετέπειτα στο Birmingham, και της Katharine Stewart, γνωστής μουσικολόγου, η Margaret Alexiou μεγάλωσε σε μία από τις πιο προοδευτικές και διακριτικά επιδραστικές οικογένειες στην πνευματική ζωή της μεταπολεμικής Αγγλίας, με αναμνήσεις ιστοριών για τις σχέσεις των γονιών της με τον Ludwig Wittgenstein και την Jane Ellen Harrison, ηγετικό μέλος των «Cambridge ritualists».
Επηρεασμένη από τον γενναιόδωρο φιλελληνισμό και το μαχητικότατο πνεύμα του πατέρα της (πρωτοπόρος μελετητής της τραγωδίας, κυρίως του Αισχύλου, και της προσωκρατικής φιλοσοφίας, αλλά και της συγκριτικής μελέτης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού με τον κινεζικό) και από τη σπάνια αισθητική οξυδέρκεια της μητέρας της (αυθεντία στη μελέτη του Mozart), η Margaret Alexiou χάραξε τη δική της αξιοθαύμαστη πορεία στην επιστήμη.
Βαθύτατα εξοικειωμένη με όλες τις φάσεις του ελληνικού πολιτισμού, από την ομηρική ποίηση μέχρι τη σύγχρονη Ελλάδα και τη μεταμοντέρνα ελληνική λογοτεχνία, προώθησε όσο ελάχιστοι τη μελέτη του νεότερου Ελληνισμού σε ισότιμη βάση με αυτή του «ένδοξου» αρχαιοελληνικού, συχνά μαχητικά αντιπαρατιθέμενη με τις προκαταλήψεις αρχαιοελληνιστών και βυζαντινολόγων συναδέλφων της στην Αγγλία και τις ΗΠΑ έναντι της νεότερης Ελλάδας.
Η μονογραφία της «The Ritual Lament in Greek Tradition» [1974· 2η αναθεωρημένη και επαυξημένη αγγλική έκδοση, 2002 (ελληνική μετάφραση: «Ο τελετουργικός θρήνος στην ελληνική παράδοση», 2η αναθεωρημένη και επαυξημένη έκδοση, Αθήνα, 2002)], που παραμένει βιβλίο αναφοράς στη μελέτη του συγκεκριμένου θέματος, σημάδεψε μια καινούργια εποχή στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία ως προς τη δι-ιστορική έρευνα του Ελληνισμού, από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη περίοδο, με επίκεντρο μία από τις ανθεκτικότερες διαχρονικές εκφάνσεις του, τόσο σε λόγια όσο και σε λαϊκότερα εκφραστικά και επιτελεστικά περικείμενα: τον τελετουργικό θρήνο.
Εκείνο που καθιστά ιδιαιτέρως πολύτιμη την προσέγγιση της Alexiou στο συγκεκριμένο βιβλίο, εκτός από την ερμηνευτική οξυδέρκεια και την αξιοθαύμαστα επαρκή διαχρονική οπτική που το χαρακτηρίζει, είναι η σύνθεση περισσότερο παραδοσιακών μεθόδων, κληρονομημένων από τη φιλολογική μελέτη, με την εθνογραφική, επιτόπια έρευνα. Τη δεκαετία του 1960 η Alexiou συνέλεξε αρκετά μοιρολόγια και άλλα τραγούδια, και μελέτησε in situ τον τελετουργικό θρήνο στην Ηπειρο και τη Θεσσαλία – τόπο καταγωγής του πρώτου της συζύγου, του γνωστού νεοελληνιστή Χρίστου Αλεξίου, ο οποίος συνέβαλε αρκετά στην εξέλιξη της εκτίμησής της για τη νεότερη ελληνική λογοτεχνία.
Στο δεύτερο, εξίσου ρηξικέλευθο, βιβλίο της («After Antiquity: Greek Language, Myth and Metaphor», 2002), με μοναδική μαεστρία και χάρη στην επαρκέστατη εποπτεία διαφορετικών περιόδων της ελληνικής γραμματολογίας, η Alexiou κατόρθωσε μια δεξιοτεχνική σύνθεση σημαντικών επιμέρους πτυχών της διαχρονικής εξέλιξης μεταφορικών, τελετουργικών και μυθοποιητικών εκφραστικών μέσων στις τελευταίες δύο χιλιετίες της ελληνικής λογοτεχνικής, και ευρύτερα πολιτισμικής, ιστορίας.
Για το συγκεκριμένο βιβλίο είχε γράψει χαρακτηριστικά η Αγγελική Λαΐου, καθηγήτρια στην Εδρα Βυζαντινής Ιστορίας «Dumbarton Oaks» στο Χάρβαρντ: «Με την πεποίθηση μιας προσέγγισης που συνιστά το απόσταγμα της έρευνας μιας ολόκληρης ζωής, η Alexiou μάς καθοδηγεί μέσα από τα διάφορα επίπεδα της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας, βυζαντινής και νεότερης. Διερευνά τη σχέση μεταξύ γλώσσας, μύθου και τελετουργίας, προβάλλοντας ταυτόχρονα τον ρόλο των γυναικών στη μετάδοση και ενσωμάτωση του παρελθόντος.
Πρόκειται για αριστοτεχνικό επίτευγμα […]». Μελετήτρια με σπάνια αισθαντική αντίληψη, η Alexiou δεν δίστασε να πάει ενάντια στα ερευνητικά κρατούντα τού, εν πολλοίς ανδροκρατικού, πανεπιστημιακού κατεστημένου της εποχής της, με εξαιρετικό σθένος. Η πρωτοποριακή ερευνητική οπτική της τής επέτρεψε να ανοίξει καινούργιους δρόμους σε χώρους όπως η κοσμική λογοτεχνία του Βυζαντίου (π.χ. το μυθιστόρημα της περιόδου των Κομνηνών, τα «Πτωχοπροδρομικά», «Τιμαρίων» κ.ά.) ή η διεπιστημονική μελέτη του παραμυθιού και η ενσωμάτωσή της στην έρευνα «λογίων» λογοτεχνικών παραδειγμάτων και ειδών, σε μια περίοδο κατά την οποία τα συγκεκριμένα θέματα αντιμετωπίζονταν με σκεπτικισμό από κήνσορες της επιστημονικής «καθαρότητας» και ορθοδοξίας.
Πάντοτε υπερασπιζόμενη τα επιστημονικά ιδανικά της, χωρίς να διαπραγματεύεται ποτέ την πνευματική της ακεραιότητα και ανεξαρτησία, η Meg, όπως τη γνώριζαν οι κοντινοί της άνθρωποι, επηρέασε όσο ελάχιστοι την πορεία των νεοελληνικών σπουδών στον αγγλόφωνο χώρο τον τελευταίο μισό αιώνα, έχοντας διδάξει τρεις γενιές επιστημόνων, αρκετοί από τους οποίους συνεχίζουν να τιμούν με το πολυσχιδές έργο και παρουσία τους την παρακαταθήκη της.
Τηρώντας με ουσιαστική διανοητική διαύγεια και επιστημονική τιμιότητα αποστάσεις τόσο από περί απόλυτης πολιτιστικής συνέχειας άκριτα, εθνικιστικά, ιδεολογικά κατασκευάσματα όσο και από κατ’ επίφασιν προοδευτικά, αλλά εν τέλει εξίσου μονολιθικά, περί απόλυτης α-συνέχειας ιδεολογήματα, παρέμεινε πάντοτε πιστή στις αξίες και τις αρχές της – ως το τέλος. Μην αποζητώντας τον εύκολο και εφήμερο «έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών», αλλά προφυλάσσοντας την επιστημονική και ηθική ακεραιότητά της, έζησε ως το τέλος με πνευματική αξιοπρέπεια.
Το ελληνικό κράτος (που σημαίνει: οι αρμόδιοι σύμβουλοι των εκάστοτε κρατούντων) παρέλειψε να τιμήσει στο πρόσωπό της έναν από τους σπανιότερους ανθρώπους που ανάλωσε, όσο λίγοι, τη ζωή του στη μελέτη όλων σχεδόν των φάσεων του Ελληνισμού με οξυδέρκεια και απαράμιλλη αισθαντική συμ-πάθεια.
Η Meg (εμβληματική μελετήτρια, μεταξύ πολλών άλλων θεμάτων, του ελληνικού θρήνου) δεν θα ήθελε ο θάνατός της να γίνει αντικείμενο θρηνητικών υπερβολών. Περισσότερο της αρμόζει ο στοχαστικός αποχαιρετισμός, σαν αυτόν που εκφράζει ένα από τα παραδείγματα που η ίδια παραθέτει στον «Τελετουργικό θρήνο στην ελληνική παράδοση», ένα δίστιχο από την Ηπειρο:
«Γιατί ο κόσμος είν’ δεντρί και μεις τ’ οπωρικό του
κι ο Χάρος, που ‘ν’ ο τρυγητής, μαζώνει τον καρπό του».
Αγαπημένη μου Meg, παρά τον σφετερισμό του άγονου Χάρου, το βαθύρριζο, καρποφόρο δέντρο της δικής σου πνευματικής καλλιέργειας είναι αειθαλές. Καλό σου ταξίδι.
Ο Παναγιώτης Ροϊλός είναι καθηγητής Ελληνικών Σπουδών, κάτοχος της Εδρας «Γιώργος Σεφέρης», επιστημονικός εταίρος στο Κέντρο Διεθνών Σχέσεων Weatherhead, Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ