Λάμπρος Τσούνης στα «ΝΕΑ»: «Το να έρθουν άγρια ζώα μέσα στην πόλη ήταν μονόδρομος»

Συναντηθήκαμε με τον περιβαλλοντολόγο – ωκεανογράφο Λάμπρο Τσούνη κάτω από την Ακρόπολη. Αφορμή της συνάντησης, το γεμάτο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τις συνήθειες των ζώων πρόσφατο βιβλίο «Στα ίχνη της χήνας – Ηθολογία Ζώων» (εκδ. Οσελότος), το οποίο έχει συγγράψει μαζί με τον πατέρα του, βιολόγο, ορνιθολόγο και συγγραφέα Γρηγόρη Τσούνη. «Αν κάποιος μελετήσει τη συμπεριφορά των ζώων, μαθαίνει και τη συμπεριφορά του ανθρώπου, αναγνωρίζει μοτίβα στη συμπεριφορά του απέναντί σου», επισημαίνει ο Λάμπρος Τσούνης.

Γευματίσαμε σε ένα κάθετο δρομάκι του πεζόδρομου της Μακρυγιάννη για να ξεφύγουμε λίγο από τα στίφη των τουριστών μένοντας, ταυτόχρονα, στην αγαπημένη του περιοχή. Εδώ γεννήθηκε και μεγάλωσε – πήγε σχολείο στην Πλάκα. Μαζί με τον πατέρα του έχουν περπατήσει κάθε σπιθαμή της περιοχής, καταγράφοντας και φωτογραφίζοντας τη χλωρίδα και την πανίδα.

Η κουβέντα μας ξεκίνησε από τη… Μαρτίνα, στην οποία οφείλεται ο τίτλος του βιβλίου τους. Ποια ήταν; «Ο βραβευμένος με Νομπέλ Ιατρικής και Φυσιολογίας Κόνραντ Λόρεντς σε ένα βιβλίο του», λέει, «θέλοντας να εξηγήσει την έννοια της “αποτύπωσης” (περίοδο κατά την οποία κάθε ον αναγνωρίζει το είδος του) μιλάει για μια μικρή χήνα. Μόλις γεννήθηκε η Μαρτίνα (έτσι την ονόμασε), το πρώτο άτομο που αντίκρισε ήταν ο επιστήμονας – κι εκείνη τον θεώρησε… μητέρα της.

Η Μαρτίνα σε όλη της τη ζωή αδιαφορούσε για τα άλλα ζώα του είδους της και ακολουθούσε τον Λόρεντς στους περιπάτους του ή καθόταν στα πόδια του όταν εκείνος μελετούσε στο γραφείο του». Του διηγούμαι μια δική μου εμπειρία με τον Σωτηράκη, ένα αδέσποτο της γειτονιάς. Την πρώτη φορά που τον συνάντησα κούτσαινε – του έδωσα ένα μπισκότο. Από τότε κάθε φορά που με συναντούσε… κούτσαινε για να του δώσω μπισκότο. Αυτή όμως είναι η δική μου (ανθρώπινη) εξήγηση. Μπορούν τα ζώα να κάνουν τόσο σύνθετη σκέψη; «Εννοείται ότι μπορούν», λέει. «Ο Σωτηράκης μπορεί να “εκμεταλλευόταν” την κατάσταση και να παρίστανε τον χτυπημένο για να πάρει μπισκότο. Γιατί τα ζώα, πρώτα από όλα, είναι οργανισμοί και θέλουν ενέργεια. Επιδιώκουν, λοιπόν, να την πάρουν με όσο το δυνατόν μικρότερη κατανάλωση ενέργειας».

Αναφέρει το παράδειγμα της τσερούκλας, ενός ψαριού της Τριχωνίδας που άλλαξε τις διατροφικές του συνήθειες, με τον άνθρωπο να ενισχύει άθελά του αυτή τη συμπεριφορά – το θέμα αυτό ήταν και η διδακτορική διατριβή του Λ. Τσούνη στο Πανεπιστήμιο Πατρών. «Για χρόνια πιστεύαμε ότι η τσερούκλα είναι φυτοφάγο ψάρι. Από συζητήσεις με ντόπιους ψαράδες μάθαμε, όμως, ότι πλέον τρώει αθερίνα από τη λίμνη. Μελετώντας το, διαπιστώσαμε ότι αυτό είναι αλήθεια – μάλιστα, η τσερούκλα καταναλώνει ιδιαίτερα την αθερίνα όταν αυτή ψαρεύεται με τεχνητά φώτα τις νύχτες χωρίς φεγγάρι. Τι γίνεται: γύρω από το φως συγκεντρώνεται το ζωοπλαγκτόν, έρχονται οι αθερίνες να φάνε και ακολουθούν οι τσερούκλες, οι οποίες, όπως διαπιστώθηκε με μελέτη δειγμάτων, έτρωγαν τις αθερίνες. Η τσερούκλα πήγαινε εκεί γιατί έβρισκε εύκολα τροφή υψηλής περιεκτικότητας σε ενέργεια. Μπορούμε, με δυο λόγια, να πούμε ότι, κατά κάποιο τρόπο, οι ψαράδες, άθελά τους, εκπαιδεύσανε ένα άγριο είδος να πηγαίνει για φαγητό στο… φαστ φουντ που λέγεται “φωτεινή λάμπα”. Ενας ακόμα παράγοντας που ίσως επηρεάζει τη μεταβολή αυτή είναι το ότι κατά τη διαλογή των ψαριών οι ψαράδες πλέον, σε αντίθεση με το παρελθόν, πετούν ζωντανά όλα τα άτομα της τσερούκλας που αλιεύτηκαν (έχουν πια χαμηλή ζήτηση στην αγορά)». Δηλαδή καταλαβαίνουν πως δεν κινδυνεύουν; «Είναι μια υπόθεση, πιστεύω όμως ότι έχει πολύ καλή βάση. Η έρευνά μας συνεχίζεται – κι έχει να δώσει πολλά ακόμα. Καταλήγοντας, το ζητούμενο για ένα είδος είναι να μην καταναλώνει πολλή ενέργεια και να παίρνει την ενέργεια πολύ εύκολα».

Οπως λέει, αυτό μπορεί να δώσει και μια εξήγηση για τα άγρια ζώα που κατοικούν πλέον μέσα στις πόλεις. «Η πόλη δίνει εύκολα τροφή – τα σκουπίδια». Οπως εξηγεί, αυτό συμβαίνει στα «πλαστικά» είδη – έτσι ονομάζονται αυτά που αλλάζουν τις συνήθειές τους ανάλογα με τις καταστάσεις. Τέτοια είναι και το αγριογούρουνο και η αλεπού. «Σε συνδυασμό με το ότι τα οικοσυστήματα όπου ζούσαν έχουν υποβαθμιστεί (πυρκαγιές γύρω από την Αθήνα, καταστροφές δασών, ανοικοδόμηση), όλα αυτά κάνουν τα ζώα να έρχονται στις πόλεις γιατί βρίσκουν εύκολα φαγητό – δεν υπάρχουν εύκολα άλλοι ανώτεροι θηρευτές, δεν νιώθουν απειλή. Τα τελευταία χρόνια, λοιπόν, ιδιαίτερα με την υποβάθμιση της περιοχής γύρω από την Αθήνα, το να έρθουν μέσα στην πόλη ήταν μονόδρομος».

Εχουν γίνει μάλιστα αρκετές συζητήσεις για την αλεπού που κυκλοφορεί κάτω από το Ηρώδειο και στου Φιλοπάππου. Οπως παρατηρεί ο Λ. Τσούνης, η περιοχή αυτή διαθέτει ένα οικοσύστημα. Αναφέρει τη μελέτη που έκαναν μαζί με τον πατέρα του επί 23 χρόνια για την ορνιθοπανίδα της περιοχής. «Ολα ξεκίνησαν από την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων – έργο τουριστικό στη βάση του. Το 2002 παραδόθηκε στο κοινό και από την επόμενη χρονιά αρχίσαμε να βλέπουμε αλλαγές, ενοποιήθηκε και το οικοσύστημα. Πριν από την ενοποίηση, π.χ., δεν φώλιαζαν στην περιοχή τσαλαπετεινοί. Τώρα πια φτιάχνουν τις φωλιές τους κάτω από την Ακρόπολη, στον βράχο, σε σπίτια. Θα πρέπει να είναι πια τουλάχιστον 10 ζευγάρια. Εχουμε δει τεράστιες αλλαγές προς το θετικό». Από την άλλη, αναφέρει μια μελέτη που ξεκίνησαν πριν από πολλά χρόνια για τα χελιδόνια στην Πλάκα – περιοχή που είχε την υψηλότερη συγκέντρωση σταβλοχελίδονων ανά τετραγωνικό στην Ευρώπη. Εδώ οι εξελίξεις δεν είναι θετικές. Αναφέρει τα δεδομένα: το 2002 καταγράφηκαν 18 ζευγάρια, το 2015 έγινε το πικ με 31 ζευγάρια. Δυστυχώς από το 2015 και μετά σημειώνεται δραματική μείωση – το 2022 καταγράφηκαν τρία ζευγάρια. «Γενικότερα οι πληθυσμοί των χελιδονιών πιέζονται, μειώνονται και λόγω της κλιματικής αλλαγής αλλά και λόγω των αναστηλώσεων. Στην Πλάκα τα χελιδόνια έκαναν τις φωλιές τους σε παλιά νεοκλασικά κάτω από τα μπαλκόνια – θυμάμαι τις φωλιές που μου έδειχνε ο πατέρας μου όταν με συνόδευε τα πρωινά στο νηπιαγωγείο της οδού Αδριανού. Και αν ρίξεις μια φωλιά, το χελιδόνι δεν έρχεται εύκολα να ξαναχτίσει στο ίδιο μέρος. Ουσιαστικά έγινε κατάρρευση του πληθυσμού – προφανώς και σε συνδυασμό με ακραία καιρικά φαινόμενα που συνέβησαν μετά το 2015». Η μελέτη που έκαναν πατέρας και γιος γύρω από την Ακρόπολη κατέγραψε 145 είδη πουλιών, με πιο συχνά την κουκουβάγια, τον τσαλαπετεινό, τα σταβλοχελίδονα, τα βραχοκιρκίνεζα που φωλιάζουν στον βράχο της Ακρόπολης. «Υπήρχε και ένα ζευγάρι που φώλιαζε στο κορινθιακού ρυθμού κιονόκρανο στους στύλους του Ολυμπίου Διός – είχε φτιάξει τη φωλιά του ανάμεσα στα φύλλα της ακάνθου».

Το τραγούδι του κότσυφα

Συζητάμε για τη γλώσσα των πουλιών. «Το κελάηδημα είναι μέθοδος επικοινωνίας με ξεκάθαρα μηνύματα. Για παράδειγμα, ο κότσυφας, την περίοδο αναπαραγωγής, με το κελάηδημά του σαν να διαφημίζει τον εαυτό του. Λέει: είμαι πολύ δυνατός, πολύ εύρωστος και καλώ όποια θηλυκιά θέλει να έρθει, γιατί θα κάνω δυνατούς απογόνους. Αντίστοιχα, ο κοκκινολαίμης, όταν κελαηδά τον χειμώνα, ορίζει την περιοχή του και προειδοποιεί τους άλλους να μην τολμήσουν να μπουν γιατί θα ακολουθήσει μάχη. Την εποχή της αναπαραγωγής, χαλαρώνουν κάπως τα πράγματα για να μπουν στην περιοχή τα θηλυκά. Μετά, όμως, ξαναρχίζει ο αυστηρός ορισμός της επικράτειας».

Η επιλογή των σπουδών του ήταν μονόδρομος. «Τα παραμύθια που μου έλεγαν οι γονείς μου ήταν για τις αρκούδες στη Βάλια Κάλντα – ήταν το αντικείμενο μελέτης του πατέρα μου. Εκτός από πατέρας είναι πάντα και μέντορας και φίλος.

Ο παππούς μου, επίσης, ήταν νομοκτηνίατρος Λέσβου, η μητέρα μου γιατρός… Η ενασχόλησή μου λοιπόν με τα ζώα και τη φύση ήρθε πολύ φυσικά. Δεν μπορούσα να σκεφτώ ότι θα ασχοληθώ με κάτι άλλο». Αγαπά ιδιαίτερα το υγρό στοιχείο κι έτσι έδωσε εισαγωγικές με μοναδική επιλογή το Τμήμα Ωκεανογραφίας και Θαλάσσιων Βιοεπιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου στη Μυτιλήνη. «Ηθελα να ασχοληθώ με τα υδάτινα οικοσυστήματα και ιδιαίτερα τις λίμνες. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά ασχολήθηκα με την Τριχωνίδα (σ.σ.: έκανε το μεταπτυχιακό του στο Τμήμα Μηχανικών Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Πατρών με έδρα το Αγρίνιο).

Ο πατέρας μου είναι από το Αγρίνιο. Θυμάμαι, όταν πήγαινα στον παππού και στη γιαγιά, οι γονείς μου με πήγαιναν στην Τριχωνίδα. Εχουν ένα μυστήριο οι λίμνες – και ειδικά αυτή. Είναι ένα οικοσύστημα ανεξερεύνητο, από τις πιο καθαρές λίμνες της Ευρώπης. Για μπάνιο εκεί πηγαίνω. Εχει πάρα πολύ ωραία σημεία, σαν παραλίες. Θέλει αρκετό καιρό για να την ανακαλύψει κανείς, να τη μάθει – δεν είναι και εύκολα προσβάσιμη. Και η αλήθεια είναι ότι δεν την έχουν αναδείξει όσο θα έπρεπε μέχρι στιγμής. Τώρα γίνονται κάποιες προσπάθειες. Πιστεύω ότι θα πάνε προς τη σωστή κατεύθυνση». Συζητάμε για τον οικοτουρισμό και τη σημασία της ήπιας ανάδειξης – η λίμνη προστατεύεται μέσα στο πλαίσιο της Natura 2000.

Μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στην Αθήνα και στο Καρπενήσι – είναι ακαδημαϊκός υπότροφος στο Τμήμα Δασολογίας και Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών με έδρα την πρωτεύουσα της Ευρυτανίας. Διδάσκει Ιχθυοπονία Γλυκέων Υδάτων, Οικολογία Υγροτόπων, Βιολογία Αγριας Πανίδας και Διαχείριση Αγριας Πανίδας. Πώς προλαβαίνει; «Οταν υπάρχει θέληση και σου αρέσει αυτό που κάνεις, όλα γίνονται».

Το πρόσφατο βιβλίο είναι το τρίτο που συγγράφει μαζί με τον πατέρα του Γρηγόρη. Εχουν προηγηθεί το «Birdwatching: Ανακαλύψτε τον μαγευτικό κόσμο των πουλιών» και το «Στα μονοπάτια της Ακρόπολης: Γνωριμία με τα σπάνια φυτά και ζώα του Ιερού Βράχου». Στο πλαίσιο της έρευνας για το τελευταίο ανακάλυψαν το εξαφανισμένο ενδημικό φυτό της Ακρόπολης, τη Micromeria acropolitana. «Το 1908 το είχε περιγράψει ο αυστριακός βοτανολόγος Εουγκεν φον Χαλάσι. Από τότε δεν την είχαν ξαναδεί και θεωρούσαν ότι είχε εξαφανιστεί. Το 2006 βρήκαμε έναν μικρό πληθυσμό. Το 2009 ήρθε στην Αθήνα η καθηγήτρια Βοτανικής δρ Κιτ Ταν από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης και έγινε η επιβεβαίωση της ανακάλυψης. Αυτή τη στιγμή το φυτό είναι στον κόκκινο κατάλογο της IUCN και έχει καταταχθεί ως κρισίμως κινδυνεύον είδος». Κλείνοντας, τον ρωτάμε ποιο ζώο έχει κερδίσει τον θαυμασμό του. «Η βίδρα. Είναι πολύ σπάνιο ζώο, δεν το βλέπεις εύκολα. Εχει ιδιαίτερη συμπεριφορά – κρύβεται από τον άνθρωπο και πηγαίνει σε πολύ καθαρά νερά. Οπου πηγαίνει, είναι δείκτης ότι το οικοσύστημα είναι καθαρό».