Κώστας Τασούλας στα «ΝΕΑ»: Ο λαός εγγυάται τη σταθερότητα

Μήνυμα υπέρ της σταθερότητας στέλνει στη συνέντευξή του στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» ο Κωνσταντίνος Τασούλας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τονίζει πως ο λαός εγγυάται τη σταθερότητα και ξεκαθαρίζει πως «το εκλογικό σώμα θα αποφασίσει στην κάλπη αν τη δεδομένη συγκυρία η σταθερότητα διασφαλίζεται καλύτερα από κυβέρνηση συνεργασίας ή από κυβέρνηση αυτοδυναμίας» – επισημαίνοντας πως δεν φοβάται την ασυνεννοησία, γιατί «αν πρυτανεύσει (…) τότε κάποιος θα τη χρεωθεί και αργά ή γρήγορα τα πράγματα θα μπουν στη θέση τους».

Για πρώτη φορά, συνδέει την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα με τη μελλοντική επιστροφή της Βρετανίας στην Ευρώπη, χαρακτηρίζοντας τη συνεχιζόμενη έκθεσή τους στο Βρετανικό Μουσείο ως «διαρκή λεηλασία». Αναλύει τα αίτια της ανόδου της Ακροδεξιάς, υπεραμύνεται της ανθεκτικότητας του δημοκρατικού πολιτεύματος απέναντι στην τοξικότητα, ενώ στέλνει σαφές μήνυμα προς την Τουρκία για τη «Γαλάζια Πατρίδα», υπογραμμίζοντας την ανάγκη για εθνική ομοψυχία. «Στις περισσότερες εποχές, η πλειοδοσία “εθνικοφροσύνης” δεν έχει αφήσει πίσω της τίποτα», σχολιάζει.

Με τελευταίο δείγμα τα εκλογικά αποτελέσματα στη Γερμανία, η άνοδος της Ακροδεξιάς αποτελεί πλέον κεντρικό φαινόμενο σε ολόκληρη την Ευρώπη. Με φόντο την αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη, θεωρείτε ότι η Ελλάδα είναι θωρακισμένη;

Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι η προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία βάσει του πρώτου άρθρου του Συντάγματός μας. Εγγυητής του φιλελεύθερου και κοινωνικού αυτού πολιτεύματος βάσει του τελευταίου άρθρου του Συντάγματος είναι ο ίδιος ο λαός, ο πατριωτισμός, κυριολεκτικά, των Ελλήνων!

Ο ελληνικός λαός καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης έχει αποδείξει ότι διαρκώς ανανεώνει και διατηρεί σε επίπεδο υψηλό τη θωράκισή του απέναντι σε φαινόμενα και πρακτικές μίσους, σε νοοτροπίες και πολιτικές διχασμού και εκτροπής. Η άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη έχει αιτίες οικονομικές και κοινωνικές. Μια παγκοσμιοποίηση χωρίς ζύγι και χωρίς μέτρο διαμόρφωσε τους όρους για μια «μελαγχολική δημοκρατία», δηλαδή για μια δημοκρατία που μελαγχολεί, γιατί οι απαντήσεις της συχνά δεν είναι πλήρεις και επαρκείς.

Στην Ελλάδα, όμως, γνωρίζουμε το κόστος της διολίσθησης στα άκρα. Παράλληλα, όλες οι δημοκρατικές δυνάμεις συγκροτούν ενεργά έναν δημόσιο πολιτικό χώρο όπου η αντιπαράθεση και ο πλουραλισμός διασφαλίζουν όρους κοινωνικής συμμετοχής και ελαχιστοποιούν τα φαινόμενα αποκλεισμού. Παρά τις κάθε λογής δυσαρέσκειες, η πλειονότητα των πολιτών δεν αισθάνεται ότι η πολιτική είναι τόσο αποκομμένη από την κοινωνία, όπως το αισθάνονται σε κάποιες άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια έντονη αμφισβήτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς, τη Δικαιοσύνη και το κράτος δικαίου. Πώς μπορεί να αποκατασταθεί αυτή η σχέση μεταξύ πολιτείας και πολιτών;

Στη Mεταπολίτευση η χαμηλή εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς έγινε για πρώτη φορά θέμα συζήτησης στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και από τότε είναι ένα ζήτημα που διαρκώς επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο, αν και δεν είναι σύγχρονο φαινόμενο. Οι κωμωδίες του Αριστοφάνη το μαρτυρούν.

Κατά καιρούς εκδηλώνονται κάποιες κρίσεις και ασφαλώς διαφορετικές κυβερνήσεις έχουν υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις που έχουν εκτονώσει τη δυσαρέσκεια και ενισχύσει την εμπιστοσύνη. Η παύση των πολιτικών επενδύσεων στην πόλωση και την τοξικότητα θα διαμορφώσει τους όρους για συναινέσεις τολμηρές και ουσιώδεις. Ενα ευρωπαϊκό επίπεδο θεσμικής συγκρότησης προϋποθέτει μια περισσότερο ευρωπαϊκή κουλτούρα συναινέσεων και συνέχειας στη λειτουργία του κράτους και σε αυτό το επίπεδο, παρά τα 46 χρόνια στην Ευρώπη, δεν έχουμε κάνει αρκετά βήματα και δεν έχουμε συγκλίνει.

Αλλωστε, σε καμία Ιστορία οι προσωπικότητες δεν διαδραματίζουν τον πρωτεύοντα ρόλο που διαδραματίζουν στην ελληνική. Πάντοτε, όμως, υπάρχουν ο χρόνος και η ευκαιρία για να εκπλήξουμε θετικά τους εαυτούς μας.  Θα ήθελα να προσθέσω ότι ο τρόπος λειτουργίας των κοινωνικών δικτύων ευνοεί τον άκριτο θυμό, τον παραλογισμό και τη χειραγώγηση. Συμπεριφορές που δεν μας τιμούν, τις βλέπουμε συχνά να εκφράζονται στην ψηφιακή σφαίρα. Χρειάζεται μια στάση για αυτοκριτική και αυτοσυγκράτηση. Πρέπει μόνοι μας να ενεργοποιήσουμε αντίδοτα στην τοξικότητα και στην παθογένεια.

Η ευρύτερη γειτονιά μας βρίσκεται σε φάση παρατεταμένης γεωπολιτικής αστάθειας, με άμεσες επιπτώσεις στην ακρίβεια και την ενεργειακή ασφάλεια. Για πόσο μπορεί να αντέξει η ελληνική κοινωνία τις αναταράξεις;

Η πολιτεία και η εκλεγμένη κυβέρνηση οφείλουν να πράττουν το μέγιστο για τη θωράκιση των εθνικών και των λαϊκών συμφερόντων, ιδίως σε συγκυρίες όπως η σημερινή. Οι πολίτες κρίνουν εάν εφαρμόζονται οι βέλτιστες πολιτικές.

Είναι σαφές ότι καθώς αυξάνονται οι αστάθμητοι παράγοντες και ο βαθμός ρευστότητας, τα εθνικά και κοινωνικά συμφέροντα εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από τη θέση και το κύρος μας στο ευρωπαϊκό και το διεθνές γίγνεσθαι. Αυτός είναι άλλος ένας λόγος που καθιστά ακόμα πιο αδήριτη αναγκαιότητα την εθνική συνεννόηση στα πρωτεύοντα και στα φλέγοντα. Θα ήθελα, πάντως, να προσθέσω ότι στη σημερινή διεθνή συγκυρία είναι πολύ σημαντικό να λαμβάνονται όλα τα μέτρα για τη στήριξη των πολιτών και ιδίως των ασθενέστερων, κάτι που ασφαλώς αποδέχονται όλες οι πολιτικές δυνάμεις.

Η πολιτική των «ήρεμων νερών» με την Τουρκία δοκιμάζεται συχνά από την τουρκική ρητορική. Η ουσιαστική επανατοποθέτηση των διμερών σχέσεων είναι, κατά τη γνώμη σας, όντως μια ρεαλιστική προοπτική;

Ολες οι ελληνικές κυβερνήσεις, ανεξαιρέτως, έχουν επιδιώξει και έχουν εργαστεί για μια πολιτική ηρεμίας, διαλόγου και εποικοδομητικής συνεργασίας με την Τουρκία. Ταυτόχρονα, οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν εξαντλήσει συστηματικά τις δυνατότητες της οικονομίας για να έχει η Ελλάδα έναν από τους ισχυρότερους και καλύτερα εξοπλισμένους στρατούς στο ΝΑΤΟ και διεθνώς. Και επιπλέον, ενώ υποστηρίζουμε έμπρακτα τη φιλία μεταξύ των δύο λαών, έχουμε καταστήσει σαφές ότι απορρίπτουμε κατηγορηματικά τόσο στη διπλωματία όσο και στο πεδίο των συνόρων κάθε απόπειρα αναθεωρητισμού.

Η Τουρκία τα τελευταία χρόνια συνεχίζει να κυοφορεί την κίβδηλη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας». Ομως, ο ελληνικός λαός έχει πατρίδα του τη θάλασσα 40 αιώνες προτού ο τουρκικός λαός φτάσει από τα βάθη της Ασίας και εγκατασταθεί, ως νομαδικός λαός, στη χερσόνησο της Μικράς Ασίας. Η γαλανόλευκη εκφράζει αυτήν ακριβώς τη μακραίωνη βιωματική σχέση μας με τη θάλασσα η οποία είναι ακατάλυτη. Συνιστώ στους τούρκους διαμορφωτές πολιτικής να διαβάσουν περισσότερη ιστορία.

Συχνά στην πολιτική αντιπαράθεση χρησιμοποιούνται τα εθνικά θέματα ως «πιστοποιητικά εθνικοφροσύνης». Πώς βλέπετε τις αντεγκλήσεις για υποχωρητικότητα που κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο;

Ιστορικά, στις περισσότερες εποχές, η πλειοδοσία «εθνικοφροσύνης» δεν έχει αφήσει πίσω της τίποτα. Διάφοροι επαγγελματίες οργίλοι και κήνσορες φωνασκούν σε διαφορετικές ιστορικές εποχές του νεότερου ελληνικού κράτους, αλλά τα λόγια τους γρήγορα χάνονται στη λήθη και στην ασημαντότητα, γιατί οι στενές και μικρές σκοπιμότητες πίσω από αυτές τις φωνασκίες είναι ορατές και τους εκθέτουν.

Ο ελληνικός λαός δεν παρασύρεται πλέον εύκολα. Υπάρχουν, όμως, και οι εποχές που παρασύρθηκε. Η φραστική και διχαστική «εθνικοφροσύνη» ταυτίστηκε με την αφροσύνη, οδηγώντας σε διχασμούς και εθνικές ήττες, όπως το 1897.

Η εθνική υπεροχή και οι νίκες, όπως άλλωστε έχει διδάξει η ελληνική Ιστορία, για παράδειγμα  στους Βαλκανικούς Πολέμους, χρειάζονται ψυχραιμία και σοβαρότητα, ομοψυχία και ενότητα, σχέδιο και δουλειά με ταυτόχρονη απομόνωση των θερμοκέφαλων και των κάθε λογής «υπνοθεραπευτών» που νομίζουν ότι με τα λόγια χτίζονται τα αλώνια και με τις βασκανίες πέφτουν οι Βερσαλλίες.

Υποδεχτήκατε πρόσφατα την Αμάλ Κλούνι στο Προεδρικό Μέγαρο, θυμίζοντας τη γνωμοδότησή της για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Πιστεύετε ότι έχει έρθει η ώρα για μια αμοιβαία αποδεκτή λύση με το Βρετανικό Μουσείο, ώστε αυτή να γίνει πραγματικότητα;

Κάθε συζήτηση με την Αμάλ Κλούνι έχει ενδιαφέρον. Ηθελα να συζητήσω ξανά με μια διεθνώς διακεκριμένη νομικό της οποίας η συμβολή το 2014 στην υπόθεση της ανανέωσης του αιτήματος της επανένωσης των Γλυπτών ήταν αξιοσημείωτη.

Ο Παρθενώνας είναι το αιώνιο φωτοβόλο σύμβολο της δυτικής σκέψης και του ευρωπαϊκού πνεύματος. Γι’ αυτό ακριβώς τα Γλυπτά ανήκουν οργανικά στον Παρθενώνα όπως ακριβώς η αρχαία ελληνική σκέψη ανήκει και βρίσκεται στον πυρήνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Επομένως, το αίτημα για την επανένωση έχει εξίσου ελληνική και ευρωπαϊκή διάσταση. Πρόσφατα έθεσα το θέμα σε ομιλία μου στη Βρετανική Σχολή Αθηνών. Η Βρετανία χρωστάει την επανένωση των Γλυπτών στην Ελλάδα και στην Ευρώπη ταυτόχρονα.

Θα έλεγα ότι η συζήτηση για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα είναι αναπόφευκτο να αναβιβαστεί σε ευρωπαϊκό ζήτημα. Και καθώς κάποιου είδους επανένωση Ευρώπης – Βρετανίας είναι αναμενόμενη και ήδη σχεδιάζεται, θα έλεγα επίσης πως η επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα είναι μια χειρονομία που η Βρετανία χρωστάει στην Ευρώπη, εξίσου όσο και στην Ελλάδα. Και με την ευκαιρία αυτή ας πούμε επιτέλους τα πράγματα με το όνομά τους: Η συνεχιζόμενη έκθεση των Γλυπτών στο Βρετανικό Μουσείο δεν απεικονίζει παρά μια λεηλασία διαρκείας.

Το Βρετανικό Μουσείο έχει παρασυρθεί να εκθέτει στη διεθνή κοινή γνώμη τον βάρβαρο ακρωτηριασμό των Γλυπτών. Δεν υπάρχει πια τίποτα ασαφές στην υπόθεση του Ελγιν. Ηταν ένας απατεώνας που έδρασε με βαρβαρότητα. Αυτή η ιστορική ανορθογραφία πρέπει επιτέλους να πάρει τέλος. Κορυφαίοι Βρετανοί το κατανοούν, η πλειονότητα της βρετανικής κοινής γνώμης και του Τύπου το αποδέχεται.

Οι θεματοφύλακες του Βρετανικού Μουσείου οφείλουν να σταθούν στο ύψος των ευθυνών τους. Πρωτίστως, όμως, η βρετανική κυβέρνηση των Εργατικών, της οποίας ο πρωθυπουργός είχε πει πρόσφατα για τα Γλυπτά, «send them back, no strings» («Στείλτε τα πίσω, άνευ όρων»).

Με βάση τις δηλώσεις των πολιτικών αρχηγών, οι επαναληπτικές εκλογές μοιάζουν ως αρκετά πιθανό ενδεχόμενο. Συμφωνείτε με τον Πρωθυπουργό πως οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις είναι πιο σταθερές ή έχουμε αναπτύξει μια παράλογη φοβία με τις κυβερνήσεις συνεργασίας;

Ακούω αλλά δεν σχολιάζω δηλώσεις πολιτικών αρχηγών. Οφείλω να υπενθυμίσω ότι τις κυβερνήσεις τις επιλέγει ο λαός στην κάλπη, αξιολογώντας και συγκρίνοντας το έργο, τις θέσεις και τις προτάσεις κομμάτων και αρχηγών.

Ασφαλώς ο ελληνικός λαός επιθυμεί τη σταθερότητα. Δεν υπάρχει λαός που να επιθυμεί την αστάθεια. Το εκλογικό σώμα θα αποφασίσει στην κάλπη αν τη δεδομένη συγκυρία η σταθερότητα διασφαλίζεται καλύτερα από κυβέρνηση συνεργασίας ή από κυβέρνηση αυτοδυναμίας. Ο λαός θα κρίνει ανάλογα με τις επιλογές που θα έχει μπροστά του. Θα κρίνει εάν η επιλογή της συνεργασίας ή η επιλογή της αυτοδυναμίας είναι η καλύτερη λύση για τη διασφάλιση της σταθερότητας, της προόδου, της ασφάλειας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Τελικά δεν φοβάμαι την ασυνεννοησία, διότι αν πρυτανεύσει η ασυνεννοησία τότε κάποιος θα τη χρεωθεί και αργά ή γρήγορα τα πράγματα θα μπουν στη θέση τους. Και, πιστέψτε με, θεωρώ ότι απέχουμε πολύ από την εποχή της Σικελικής εκστρατείας των Αθηναίων, τότε που ο λαός παρασυρόταν εύκολα. Τότε που «έρως ενέπεσε τοις πάσιν εκπλεύσαι», τότε δηλαδή που επιθυμία σφοδρή έπιασε όλους να πάρουν μέρος στην εκστρατεία, πιστεύοντας τον Αλκιβιάδη, πιστεύοντας πως η σίγουρη νίκη θα τους έφερνε «αΐδιον μισθοφοράν», μόνιμη δηλαδή μισθοδοσία! Κι όταν δύο χρόνια μετά μάθαιναν για την ολοκληρωτική καταστροφή της εκστρατείας,  «χαλεποί ήσαν των ρητόρων… ωργίζοντο δε και τοις χρησμολόγοις τε και μάντεσι οπόσοι αυτούς επήλπισαν», τα έβαλαν δηλαδή με τους πολιτικούς, τους χρησμολόγους και τους μάντεις, που τους είχαν κάνει να ελπίσουν!

Για να συμπληρώσει ο Θουκυδίδης για τους αγανακτισμένους Αθηναίους, «ώσπερ ουκ αυτοί ψηφισάμενοι», λες και δεν είχαν ψηφίσει οι ίδιοι! Σήμερα, 2.439 χρόνια μετά, ο λαός εγγυάται τη σταθερότητα. Οι δημοκρατικοί θεσμοί είναι πλέον ισχυροί και δοκιμασμένοι. Υπηρετούν γνήσια τη διαρκή και ώριμη διαλεκτική κοινωνίας και πολιτικών δυνάμεων. Είμαι βέβαιος ότι θα μετασχηματίσουν τελικά τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες σε ένα νέο σταθερό και λειτουργικό κυβερνητικό συμβόλαιο.

Ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, είστε το πρόσωπο που θα χειριστεί τις διερευνητικές εντολές. Αν η εύρεση της νέας πλειοψηφίας «τραβήξει» χρονικά, εκτιμάτε ότι το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο παρέχει τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλίδες ώστε να μην υπάρξει κενό κατά τη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας της ΕΕ;

Η ελληνική προεδρία στο δεύτερο εξάμηνο του 2027 θα έχει τεράστια σημασία για κρίσιμες ευρωπαϊκές αποφάσεις στην κοινή άμυνα και στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, αλλά και στον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2028-2034, τη στιγμή που ήδη οι έξι πλουσιότερες βόρειες χώρες ζητούν περικοπές στις δαπάνες της γεωργίας και της σύγκλισης. Δεν ανησυχώ όμως.

Αλλά και δεν εφησυχάζω. Η εύρεση της νέας πλειοψηφίας δεν θα τραβήξει χρονικά. Θα έχει προσδιοριστεί από τον λαό και το Σύνταγμα και οι παρατάξεις θα έχουν λάβει το μήνυμα. Εχω εμπιστοσύνη ότι οι πολιτικές δυνάμεις και οι αρχηγοί τους ξέρουν να διαβάζουν σωστά τα μηνύματα της κάλπης. Και ασφαλώς έχω εμπιστοσύνη στην κρίση του λαού να επιβάλει λύσεις και  να υπερβαίνει κάθε τυχόν αδιέξοδο.

Κατά συνέπεια, τόσο η ελληνική προεδρία στην ΕΕ όσο και όλα τα μεγάλα και μικρά ζητήματα δεν κινδυνεύουν από τις πολιτικές εξελίξεις. Η δημοκρατία και οι θεσμοί λειτουργούν και θέτουν τους πολιτικούς και τα κόμματα στο ύψος των ευθυνών τους, όπως αυτές προσδιορίζονται από τους πολίτες. Και κυρίως, όπως προείπα, η υπεύθυνη λαϊκή ετυμηγορία και η εφαρμογή των θεσμικών προβλέψεων δεν θα αφήσουν περιθώριο για οργή προς ρήτορες, χρησμολόγους και μάντεις!