Κωνσταντίνα Τάκαλου στα «ΝΕΑ»: «Ελεύθεροι είναι όσοι κόβουν το σκοινί»

Η παράσταση «Δυο-τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν» του Ανέστη Αζά και η «(Αλκηστις) Τοπίο μετά την Υπόσχεση» του Δημήτρη Καμαρωτού θεωρήθηκαν ιδιαίτερες εργασίες. Πώς βιώσατε αυτή τη διαχείριση της μνήμης;

Ναι, ήταν μια ταξινόμηση, μια ιστορία. Κάνω αυτή την εσωτερική αναζήτηση και θέτω ερωτήματα στον εαυτό μου από πολύ μικρή ηλικία. Εδινα συνεντεύξεις στον εαυτό μου! Εκανα ερωτήσεις και απαντούσα, σαν να ήξερα από τότε ότι θα γίνω ηθοποιός, παρόλο που δεν το είχα συνειδητά στο μυαλό μου. Είχα ένα κασετόφωνο και ηχογραφούσα τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις μου. Οταν ακούς τη φωνή σου καταγεγραμμένη, αναγνωρίζεις πράγματα. Τα λόγια στον αέρα φεύγουν, αλλά στην κασέτα επιστρέφουν. Ηταν σαν ένα ηχητικό ημερολόγιο. Ετσι άρχισα να ανακαλύπτω τα συναισθήματά μου από πολύ νωρίς.

Μόλις τελειώσατε το σχολείο αποκτήσατε αυτοκίνητο. Ο λόγος ήταν πως, στο δικό σας μυαλό, αντιπροσώπευε την ελευθερία;

Ηταν σαν να είχα μια μικρή γκαρσονιέρα που την πήγαινα όπου ήθελα. Μπορώ να είμαι χωρίς σπίτι, αλλά χωρίς αυτοκίνητο δεν μπορώ. Μέσα έχω τα πάντα: ένα καρεκλάκι για τη θάλασσα, ένα παρεό, ένα μπουφάν. Αν δεν βρω δωμάτιο, κοιμάμαι στο αυτοκίνητο. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να με βγάλει κάπου, να με πάει σε μια παραλία ή σε ένα βουνό.

Εχετε μια ρομαντική άποψη για τη ζωή;

Είμαι απόλυτα πρακτική. Ράβω, μαγειρεύω…

Δεξιότητες που έχουμε λίγο – πολύ όσοι μεγαλώσαμε σε χωριό. Οι γονείς σας τι δουλειά έκαναν στο χωριό;

Ηταν αγρότες. Μια μέση αγροτική οικογένεια, είχαμε τα χωράφια και τα ζώα μας. Δεν πεινούσαμε. Αλλά δεν είχαμε καν τηλεόραση στο σπίτι. Κι όταν αποκτήσαμε, επειδή ο μπαμπάς μου πίστευε ότι μας βλέπουν μέσα από την οθόνη, μας έλεγε μόλις βγαίναμε από το μπάνιο: «Τρέξτε, σας βλέπουν!». Την τηλεόραση την είχαμε κυρίως για να βλέπουμε τον καιρό λόγω των καλλιεργειών.

Τι σας έκανε να θέλετε να αποδράσετε;

Ζούσα σε έναν περιορισμένο χώρο και χρόνο. Δεν μου άρεσε καθόλου που όλοι γνώριζαν τα πάντα για το διπλανό σπίτι – ακόμα και τι φαγητό περίσσευε. Υπήρχε μια ανελέητη έλλειψη ιδιωτικότητας. Οποιος περνούσε έμπαινε μέσα. Ηρθα στην Αθήνα αναζητώντας την ανωνυμία. Μου άρεσε που στην πόλη κανείς δεν ασχολιόταν με τον άλλον.

Ασχοληθήκατε συστηματικά και με τον στίβο.

Σε τοπικό επίπεδο στο Γυμνάσιο. Αν δεν γινόμουν ηθοποιός, πιθανόν να ασχολούμουν με τον αθλητισμό. Ασχολήθηκα όμως και με τον χορό, γιατί θεωρούσα ότι θα με βοηθούσε στο θέατρο. Είχα τεράστιο πάθος για το θέατρο από μικρή, παρόλο που οι γονείς μου δεν το καταλάβαιναν.

Υστερα από όλα όσα έχετε ζήσει… Στίβος, χορός… και μετά Τεχνολογία Τροφίμων!

Πολύ ωραία επιστήμη για όσους την επιθυμούν! Εγώ τώρα βλέπω τα βιβλία μου στη Λάρισα, όπως τη «Μικροβιολογία Τροφίμων», και αναρωτιέμαι: «Περί τίνος πρόκειται; Δεν θυμάμαι απολύτως τίποτα».

Αναζητήσατε την ελευθερία μέσα από την τέχνη. Νιώσατε όμως κάποια στιγμή ότι σας περιόρισε;

Εάν γυρνούσα τον χρόνο πίσω, εγώ δεν θα ήμουν τώρα στην Αθήνα. Θα έκανα άλλες επιλογές. Είμαι τόσο περίεργη για να δω τι υπάρχει στη γη, που λέω πως έφαγα τη ζωή μου στο θέατρο. Εκείνη την εποχή που ξεκινούσα, στα 22 μου, θα ήθελα να υπήρχε κάποιος να μου έλεγε: «Προχώρα και κάνε αυτό που θες». Θα είχα φύγει για το εξωτερικό. Υπήρχε ένας φόβος που με καταδυνάστευε – και αυτός είναι ο χειρότερος εχθρός για τον άνθρωπο. Σου αμολάνε ένα σκοινί οι γονείς, η κοινωνία, και νομίζεις ότι θα πας μέχρι εκεί που φτάνει. Οι άνθρωποι που κόβουν το σκοινί και λένε «δεν με κρατάει τίποτα, θα συνδεθώ με αυτό που πραγματικά επιθυμώ», αυτοί είναι οι ελεύθεροι άνθρωποι και είναι αυτό που θαυμάζω στη ζωή μου. Αισθάνομαι ότι το θέατρο με εγκλώβισε. Υπάρχουν πολλά πράγματα που νιώθω ότι δεν έχω κάνει· και δεν εννοώ μόνο ρόλους. Θα ήθελα να είμαι περιπατητής, να είχα ταξιδέψει πολύ περισσότερο, να είχα γνωρίσει άλλους πολιτισμούς. Θυμάμαι τη ζωή μου ανά χρονιές βάσει των παραστάσεων: «Το 2004 έπαιζα εκεί, το 2006 αλλού…». Κάποτε το θεωρούσα γοητευτικό. Τώρα σας λέω πως αυτό δεν το επιθυμώ πια.

Ποιο ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που έχετε ζήσει; Φτάσατε στο σημείο να πείτε «Θεέ μου, βοήθα»;

Πιστεύω ότι δεν υπάρχει άλλη πραγματική δυσκολία πέρα από το θέμα της υγείας. Ο φόβος της αρρώστιας είναι ο μεγαλύτερος. Οταν ο γιος μου ήταν μόλις τεσσάρων χρόνων, εμφανίστηκε κάτι στο στήθος μου – υπέθεταν καρκίνο. Χειρουργήθηκα στο «Υγεία». Παρακάλεσα τον Θεό. Τελικά, ο όγκος που αφαιρέθηκε ήταν καλοήθης. Αλλά η δεύτερη φορά που φοβήθηκα πραγματικά ήταν όταν αρρώστησε ο Δημήτρης.

Υπάρχει ένα αδιευκρίνιστο σημείο στη μετάβασή σας από το Λύκειο στην Τεχνολογία Τροφίμων και μετά πίσω στο θέατρο;

Υπάρχει ένα «νεκρό», σκοτεινό σημείο. Εκεί υπήρξε ένα κομμάτι δύσκολης εμπειρίας, ψυχολογικής αλλά και σωματικής – σεξουαλικής. Συνέβη στη Θεσσαλονίκη. Αυτό το γεγονός με έκανε τότε να πω: «Αν έτσι είναι το θέατρο, εγώ δεν το θέλω».

Τι συνέβη;

Ενας καταξιωμένος ηθοποιός, μεγάλος στην ηλικία, με άγγιξε με τρόπο που δεν ήθελα. Εγώ ήμουν ένα κοριτσάκι μόλις 16 χρόνων. Κάναμε πρόβες στο ερασιτεχνικό θέατρο. Εκείνος ήταν στον επαγγελματικό θίασο, περίπου 40 χρόνων τότε. Του φώναξα «τι κάνεις;» κι έτρεξα μακριά. Σοκαρίστηκα τόσο πολύ, που δεν ξαναπήγα στις πρόβες. Αυτό το τραυματικό περιστατικό ήταν ο μόνος λόγος που στράφηκα στην Τεχνολογία Τροφίμων, ως διέξοδο. Είπα μέσα μου «δεν μ’ αρέσει το θέατρο», γιατί αυτός ο άνθρωπος, που πάνω στη σκηνή έκανε κάτι μαγικό, εκτός σκηνής έκανε κάτι άλλο. Δεν το είπα ποτέ στους γονείς μου· το αντιμετώπισα και το έλυσα μόνη μου. Δεν μετάνιωσα, γιατί έχω μάθει να τα λύνω όλα μόνη μου. Ξέρετε πόσοι άνθρωποι δεν μιλήσαμε τότε, πριν από το #MeToo;

Αυτό το τραύμα απομάγευσε την εικόνα σας για το θέατρο. Τι σας έκανε να επιστρέψετε;

Η εσωτερική δύναμη που κρύβει ο καθένας μας. Και νομίζω πως το ίδιο το θέατρο θεράπευσε την πληγή που μου προκάλεσε. Η ιαματική, θεραπευτική λειτουργία αυτής της τέχνης με έσωσε. Αν δεν έβρισκα το θέατρο, θα έβρισκα κάτι άλλο στην τέχνη – τη μουσική, την ποίηση, το διήγημα –, κάτι που θεραπεύει την ψυχή χωρίς να χρειάζεται να ονοματιστεί.