Σε τροχιά αναπροσαρμογής μπαίνει έπειτα από 22 χρόνια το ημερήσιο όριο των 6 ευρώ για τις διατακτικές σίτισης. Η κυβέρνηση εξετάζει την αύξησή του στα 10 ευρώ, μετά το κοινό αίτημα των κοινωνικών εταίρων, σε μια κίνηση που έρχεται να καλύψει μέρος της απόστασης που έχει δημιουργήσει η άνοδος των τιμών στα τρόφιμα και παράλληλα να δώσει στις επιχειρήσεις μεγαλύτερο περιθώριο για πρόσθετες παροχές προς τους εργαζομένους.
Οι διατακτικές σίτισης είναι ειδικά κουπόνια ή vouchers που δίνουν οι εργοδότες στους εργαζομένους τους για την αγορά τροφίμων και γευμάτων και εξαργυρώνονται σε συνεργαζόμενα καταστήματα, εστιατόρια, καφετέριες και σουπερμάρκετ.
Σε μηνιαία βάση, η αξία της παροχής υπολογίζεται σήμερα στα 132 ευρώ (22 εργάσιμες ημέρες x 6 ευρώ) ενώ εάν το ημερήσιο όριο αυξηθεί στα 10 ευρώ, η αντίστοιχη μηνιαία αξία θα διαμορφωθεί στα 220 ευρώ.
Για τους εργαζομένους πρόκειται για ένα έξτρα αφορολόγητο μπόνους που ενισχύει τον μισθό τους, ενώ για τις επιχειρήσεις αποτελούν δαπάνη η οποία δεν επιβαρύνεται με ασφαλιστικές εισφορές και εκπίπτει φορολογικά. Σήμερα, ένας στους τέσσερις εργαζομένους στην Ελλάδα λαμβάνει διατακτικές ή κάρτα σίτισης σε σταθερή ή περιστασιακή βάση, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, με μεγάλο μέρος των δικαιούχων να λαμβάνουν τη συγκεκριμένη παροχή επί σειρά ετών.
Με το ισχύον καθεστώς, οι διατακτικές σίτισης που χορηγούνται από τον εργοδότη έχουν ειδική φορολογική μεταχείριση. Η αξία τους απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος μέχρι το ποσό των 6 ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα. Εάν η ημερήσια αξία της διατακτικής ξεπερνά τα 6 ευρώ, το ποσό παύει να έχει την ειδική φορολογική μεταχείριση και αντιμετωπίζεται ως παροχή σε είδος προς τον εργαζόμενο, με τις αντίστοιχες φορολογικές συνέπειες. Εφόσον γίνει δεκτό το αίτημα των κοινωνικών εταίρων και το ημερήσιο όριο αυξηθεί στα 10 ευρώ, το αφορολόγητο ποσό που θα μπορούν να λαμβάνουν οι εργαζόμενοι μέσω διατακτικών σίτισης θα μπορεί να υπερβαίνει τα 2.500 ευρώ τον χρόνο, δίνοντας μεγαλύτερη ανάσα στο διαθέσιμο εισόδημά τους.
Δωροεπιταγές και κουπόνια
Αλλοι κανόνες εφαρμόζονται στις δωροεπιταγές και στα κουπόνια αγορών που χορηγούν οι επιχειρήσεις στους εργαζομένους τους. Οι συγκεκριμένες παροχές θεωρούνται κατά κανόνα παροχές σε είδος και δεν έχουν την ίδια φορολογική μεταχείριση με τις διατακτικές σίτισης. Οταν η συνολική αξία των παροχών σε είδος που λαμβάνει ένας εργαζόμενος μέσα στο έτος δεν υπερβαίνει τα 300 ευρώ, δεν προκύπτει φορολογική επιβάρυνση. Οταν όμως ξεπερνά το συγκεκριμένο όριο, ενεργοποιούνται οι διατάξεις για τη φορολόγηση των παροχών σε είδος.
Τι ισχύει για τον ΦΠΑ
Διαφορετικό είναι το τοπίο όσον αφορά τον ΦΠΑ. Εδώ τα κουπόνια χωρίζονται σε συγκεκριμένου και πολλαπλών σκοπών. Η διάκριση καθορίζει τον χρόνο κατά τον οποίο γεννιέται η υποχρέωση απόδοσης του φόρου. Στα κουπόνια συγκεκριμένου σκοπού είναι γνωστά ήδη κατά την έκδοσή τους τόσο ο τόπος φορολόγησης όσο και ο συντελεστής ΦΠΑ που θα εφαρμοστεί. Για τον λόγο αυτό, ο ΦΠΑ αποδίδεται κατά την έκδοση ή τη μεταβίβαση του κουπονιού.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα κουπόνι για αγορά ρούχων ή υποδημάτων από συγκεκριμένη αλυσίδα στην Ελλάδα, εφόσον τα προϊόντα στα οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί υπάγονται στον ίδιο συντελεστή ΦΠΑ. Στα κουπόνια πολλαπλών σκοπών, αντίθετα, κατά την έκδοσή τους δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με βεβαιότητα ο τόπος φορολόγησης ή ο συντελεστής ΦΠΑ.
Σε αυτή την περίπτωση, ο φόρος δεν αποδίδεται όταν εκδίδεται το κουπόνι αλλά κατά την εξαργύρωσή του όπως για παράδειγμα μια δωροεπιταγή σουπερμάρκετ, με την οποία ο καταναλωτής μπορεί να αγοράσει διαφορετικά προϊόντα που υπάγονται σε διαφορετικούς συντελεστές ΦΠΑ. Επειδή κατά την έκδοση της δωροεπιταγής δεν είναι γνωστό ποια προϊόντα θα επιλέξει τελικά ο κάτοχός της, ο ΦΠΑ υπολογίζεται όταν πραγματοποιηθεί η αγορά.