Τις συνθήκες και τους όρους υπό τους οποίους δήμοι, Περιφέρειες, οικισμοί μπορούν να περιορίσουν τις βραχυπρόθεσμες μισθώσεις που είναι καταχωρισμένες σε μεγάλες εμπορικές ψηφιακές πλατφόρμες, όπως είναι η Airbnb και η Booking, αλλά και να περιορίσουν την αγορά κατοικιών ή γης που δεν χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία καθορίζει το σχέδιο «Κανονισμού για την Προσιτή Στέγαση» που θα παρουσιάσει η Κομισιόν αύριο (9 Σεπτεμβρίου).
Στον Κανονισμό, προσχέδιο του οποίου έχουν στη διάθεσή τους «ΤΑ ΝΕΑ», θεσπίζεται επίσης κοινή πανευρωπαϊκή μεθοδολογία για το πώς αξιολογείται ότι μια περιοχή ή πόλη αντιμετωπίζει στεγαστική πίεση.
Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στο Αρθρο 5 του Κανονισμού μια αρμόδια Αρχή μπορεί να λάβει, πρώτον, «μέτρα που περιορίζουν την πρόσβαση ή την παροχή βραχυπρόθεσμης υπηρεσίας ενοικίασης στέγασης σε ακίνητο άλλο από την κύρια κατοικία του οικοδεσπότη» και δεύτερον «μέτρα που περιορίζουν την απόκτηση ή τη χρήση γης και οικιστικού ακινήτου που δεν αποκτάται ή χρησιμοποιείται για τον σκοπό της κύριας κατοίκησης, είτε κατοικείται από τον ιδιοκτήτη είτε από άλλο πρόσωπο». Διευκρινίζεται επίσης ότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η πρόταση της Κομισιόν είναι η ανεπαρκής νομική βεβαιότητα σχετικά με τη συμβατότητα των μέτρων που προστατεύουν την προσιτή τιμή και τη διαθεσιμότητα της στέγασης.
Τα κριτήρια
Ο καθορισμός για το αν μια περιοχή βρίσκεται υπό στεγαστική πίεση, όπερ και θα μπορούν δήμοι, Περιφέρειες κ.λπ. να εφαρμόσουν τα παραπάνω μέτρα, θα γίνεται με βάσει τρία κριτήρια, όπως αναφέρεται στο Αρθρο 6 του Κανονισμού:
1.Η μέση τιμή συναλλαγής μιας κατοικίας στην εν λόγω περιοχή σε σχέση με το μέσο διαθέσιμο εισόδημα για τον πληθυσμό της είναι ίση ή υπερβαίνει το όριο του 8.
2.Ο λόγος τιμής προς εισόδημα έχει αυξηθεί κατά τα προηγούμενα δέκα έτη.
3.Η στεγαστική πίεση είναι απίθανο να μειωθεί κατά τα επόμενα τρία έτη με βάση τη δυναμική του πληθυσμού, την προσφορά και τη ζήτηση κατοικιών.
Τονίζεται επίσης ότι: «Η αξιολόγηση αυτή των τοπικών Αρχών πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά, διαφανή και επαληθεύσιμα δεδομένα».
Μια τοπική Αρχή μπορεί να λάβει μέτρα είτε πρόκειται για περιορισμό της βραχυχρόνιας μίσθωσης είτε για περιορισμό της απόκτησης ή της χρήσης γης και οικιστικού ακινήτου «μόνο όταν» είναι σε θέση να αποδείξει ότι οι πρακτικές αυτές έχουν «αρνητική επίδραση στη διαθεσιμότητα ή στην προσιτή τιμή της στέγασης στην εν λόγω περιοχή για τουλάχιστον 3 έτη πριν από την έγκριση του μέτρου».
Οι στόχοι
Η Κομισιόν είναι ξεκάθαρη ότι «η στεγαστική πολιτική, ο πολεοδομικός σχεδιασμός και η ρύθμιση της χρήσης γης παραμένουν πρωτίστως εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρμοδιότητες, αλλά όπως επεξηγείται σκοπός της πρότασης είναι «η δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου που θα διέπει τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται, επανεξετάζονται και καθίστανται διαφανείς η αιτιολόγηση και η αναλογικότητα των παρεμβάσεων που σχετίζονται με τη στέγαση».
Πάντως, στον Κανονισμό διευκρινίζεται ότι η αναντιστοιχία προσφοράς-ζήτησης οδηγείται επίσης από την ανεπαρκή προσφορά κατοικιών. «Οι περιορισμοί στην πρόσβαση σε υπηρεσίες βραχυπρόθεσμης μίσθωσης στέγασης ή στην απόκτηση και χρήση γης και κατοικιών από μόνοι τους δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις διαρθρωτικές αιτίες της έλλειψης στέγασης μακροπρόθεσμα» αναφέρεται και προτείνεται ότι «η ανάληψη έργων ανάπτυξης εγκαταλελειμμένων εκτάσεων και η καλύτερη αξιοποίηση του υπάρχοντος κτιριακού αποθέματος». Προς την κατεύθυνση αυτή η Κομισιόν συνιστά ότι οι οικοδομικοί κανονισμοί, οι κανόνες χωροταξίας, οι διαδικασίες πολεοδομίας και αδειοδότησης θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την κατασκευή νέων κατοικιών, την επαναχρησιμοποίηση κενών κατοικιών, καθώς και την επαναχρησιμοποίηση μη οικιστικών κτιρίων σε κατοικίες.