Κλιματικοί πρόσφυγες: Εικόνες από το κοντινό μέλλον

«Είναι πιο φθηνό να χτίσουμε έναν φράχτη γύρω από τον γκρεμό, παρά να πληρώνουμε για ακριβά ασθενοφόρα τα οποία θα περιμένουν τους ανθρώπους κάτω, πότε θα πέσουν. Οπότε, ας χτίσουμε έναν φράχτη». Ετσι επέλεξε να περιγράψει τις επερχόμενες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Αφρική ο Αντονι Νιονγκ, επικεφαλής του αρμόδιου τμήματος της Αφρικανικής Αναπτυξιακής Τράπεζας. Ανάμεσά τους και τα κύματα μεταναστών που εκτιμά ότι θα προκληθούν, ειδικά από ορισμένες χώρες της ηπείρου, όπως Σουδάν, Νότιο Σουδάν, ΛΔ του Κονγκό, Σομαλία, Μάλι, Μπουρούντι ή ακόμη και Νιγηρία.

«Οταν αυτό το φαινόμενο Ελ Νίνιο φτάσει εδώ, τότε θα υπάρξει μαζική μετανάστευση», είπε χαρακτηριστικά, αναφερόμενος στο φυσικό φαινόμενο που αναμένεται να πλήξει ιδιαιτέρως έντονα σημαντικό τμήμα του πλανήτη τους επόμενους μήνες. Οσο για τον φράχτη, δεν εννοεί τα τείχη που θα τους εμποδίζουν να φύγουν από τον τόπο και τις χώρες τους – όπως ενδεχομένως θα ήλπιζαν ορισμένοι – αλλά τα απαιτούμενα μέτρα που (όπως μεταφορικά υπογράμμισε) πρέπει να ληφθούν επειγόντως ώστε να αποτραπούν τέτοιου είδους φαινόμενα και τα κράτη που θα πληγούν να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης.

Σήμα κινδύνου προς την Ευρώπη

Το σήμα κινδύνου που εξέπεμψε ο Νιονγκ αφορά περισσότερο από όλους και άμεσα, όπως εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει, τις χώρες της Ευρώπης, η οποία, λόγω γεωγραφικής γειτνίασης, είναι αυτή που θα δεχθεί τη μεγαλύτερη πίεση από τη στιγμή που θα εκδηλωθούν αυτά τα μεταναστευτικά κύματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο συνολικός πληθυσμός των χωρών που αναφέρθηκαν πιο πριν αγγίζει το μισό δισεκατομμύριο, είναι δηλαδή περίπου ίσος με τον αντίστοιχο της ΕΕ των «27» μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο. Κι όλα αυτά, χωρίς να υπολογίζονται και άλλα κράτη της «γειτονιάς» μας, που αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα, όπως είναι το Ιράκ και η Συρία.

Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι η Αφρική και η Μέση Ανατολή αποτελούν τα μοναδικά «σημεία» στον πλανήτη στα οποία η μετανάστευση θα είναι μία από τις βασικές συνέπειες της κρίσης και του «φαινομένου του θερμοκηπίου». Για του λόγου το αληθές, υπολογίζεται ότι σήμερα περισσότεροι από 75 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε παράκτιες περιοχές και σε ύψος που δεν ξεπερνά το ένα μέτρο από την επιφάνεια της θάλασσας – κάτι που σημαίνει, πρακτικά, ότι θα μετατραπούν σε κλιματικούς πρόσφυγες εφόσον συνεχιστούν το λιώσιμο των πάγων και η άνοδος της στάθμης του νερού.

Το ερώτημα που αυτομάτως και απολύτως εύλογα ανακύπτει, λοιπόν, είναι τι κάνει, τι δεν κάνει και τι μπορεί να κάνει η διεθνής κοινότητα – δηλαδή οι κυβερνήσεις, κυρίως των ισχυρών και πλούσιων κρατών, καθώς και οι διεθνείς οργανισμοί, προκειμένου να προληφθούν τα χειρότερα. Η απάντηση δεν είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντική. Κι αυτό διότι αν, όπως ισχύει τόσο στις θετικές όσο και στις θεωρητικές επιστήμες, το πρώτο βήμα για την επίλυση κάθε προβλήματος είναι η αναγνώριση της ύπαρξής του και η ορθή διατύπωσή του, τότε η ανθρωπότητα απέχει ακόμη πολύ από το να είναι σε θέση να αναλάβει αποφασιστική και αποτελεσματική δράση σε αυτό το μέτωπο.

Επισήμως «αόρατοι»…

Αντί άλλου επιχειρήματος ή απόδειξης, πιθανότατα αρκεί η παρακάτω διαπίστωση: 75 χρόνια μετά τη Σύμβαση για τους Πρόσφυγες, που υπογράφηκε το 1951 στη Γενεύη με πρωτοβουλία των Ηνωμένων Εθνών – η επέτειος ήταν την περασμένη Τρίτη, 28 Ιουλίου –, και 59 χρόνια μετά το αντίστοιχο Πρωτόκολλο του 1967, οι εκτοπισμένοι εξαιτίας της κλιματικής κρίσης, τόσο στο εσωτερικό των χωρών τους όσο και σε άλλες χώρες, παραμένουν μη αναγνωρισμένοι επισήμως. Με απλά λόγια, δηλαδή, είναι επισήμως «αόρατοι», με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε επίπεδο χάραξης πολιτικών, λήψης συγκεκριμένων μέτρων και εξεύρεσης πόρων για τη χρηματοδότησή τους.

«Αυτό σημαίνει πως το κλίμα δεν μπορεί σήμερα να θεωρηθεί ως μία αιτία για την αναζήτηση ασύλου ή την αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα», σημειώνει μελέτη του Ευρωκοινοβουλίου, επιβεβαιώνοντας το παραπάνω κενό. Κι όμως, η συζήτηση για την επίσημη υιοθέτηση του όρου «κλιματικοί πρόσφυγες» και η ανάλογη αναπροσαρμογή των σχετικών διεθνών συμβάσεων έχει ξεκινήσει ουσιαστικά πριν από τέσσερις δεκαετίες, και συγκεκριμένα από το 1985. Μέχρι σήμερα, όμως, το αναγκαίο βήμα δεν έχει γίνει και πολλές κυβερνήσεις και θεσμοί εξακολουθούν να… σφυρίζουν αδιάφορα.

Η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί. Εκτός αν παραδεχτούμε ότι θα συνεχίσουμε να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας ή ότι θα επιχειρήσουμε να ζήσουμε σε ένα παράλληλο σύμπαν, χωρίς κλιματική κρίση, καύσωνες, ξηρασίες και άλλα ακραία φαινόμενα – και, βεβαίως, πρόσφυγες.