Καρκίνος του μαστού: Έγκαιρη διάγνωση και εξατομίκευση της θεραπείας

Ο καρκίνος του μαστού είναι μια απειλή που δυνητικά αφορά όλες τις γυναίκες. Υπολογίζεται ότι η διά βίου πιθανότητα εμφάνισης της νόσου αγγίζει περίπου το 12%, γεγονός που σημαίνει ότι μία στις οκτώ γυναίκες θα εμφανίσει τον συγκεκριμένο καρκίνο κατά τη διάρκεια της ζωής της.

Καθώς, όμως, είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση, σε συνδυασμό με τις σύγχρονες θεραπείες, βελτιώνουν την έκβαση της νόσου, ο Οκτώβριος, που έχει καθιερωθεί διεθνώς ως Μήνας Ευαισθητοποίησης, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Οπως σημειώνει ο Ιωάννης Κακουλίδης, ακτινοθεραπευτής ογκολόγος, MD, στη Διεύθυνση Επιδημιολογικής Επιτήρησης και Πρόληψης Μη Μεταδοτικών Νοσημάτων του ΕΟΔΥ, ο καρκίνος του μαστού αποτελεί την κακοήθεια που διαγιγνώσκεται συχνότερα στις γυναίκες παγκοσμίως και παραμένει ένα σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια στην έγκαιρη ανίχνευση και τη θεραπεία του.

Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου Καρκίνου (GLOBOCAN) και του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφοριών για τον Καρκίνο (ECIS), εκτιμάται ότι το 2024, παγκοσμίως, περίπου 2,4 εκατομμύρια γυναίκες διαγνώστηκαν με καρκίνο του μαστού, ενώ καταγράφηκαν περίπου 694.000 θάνατοι.

Στην Ευρωπαϊκή Ενωση, την ίδια χρονική περίοδο, υπολογίζεται ότι σημειώθηκαν περίπου 362.000 νέες διαγνώσεις και 93.000 θάνατοι. Στην Ελλάδα, ο καρκίνος του μαστού αποτελεί τη συχνότερη μορφή καρκίνου στις γυναίκες, με περίπου 8.700 νέες διαγνώσεις και 2.400 θανάτους ετησίως. Εν τω μεταξύ, περισσότερες από τις μισές νέες περιπτώσεις αφορούν γυναίκες ηλικίας 45 έως 69 ετών, ενώ περίπου το 16% των περιστατικών καταγράφεται σε γυναίκες κάτω των 50 ετών. Η μέση ηλικία διάγνωσης είναι τα 62 έτη.

Νόσος με καλή πρόγνωση

Παρά τη συχνότητά του, ο καρκίνος του μαστού είναι μια νόσος με πολύ καλή πρόγνωση όταν διαγιγνώσκεται έγκαιρα, σημειώνει ο κ. Κακουλίδης. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ίδιο, η πενταετής επιβίωση υπερβαίνει το 91%, ανεξαρτήτως ηλικίας και σταδίου, ενώ για τις περιπτώσεις που διαγιγνώσκονται σε πρώιμο στάδιο το ποσοστό επιβίωσης υπερβαίνει το 99%. Τα στοιχεία αυτά, όπως σημειώνει, αναδεικνύουν τη ζωτική σημασία της πρόληψης και του τακτικού προληπτικού ελέγχου.

Αξιοσημείωτο είναι ότι στα αρχικά στάδια ο καρκίνος του μαστού συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα, γεγονός που καθιστά τον προσυμπτωματικό έλεγχο ακόμη πιο σημαντικό. Ωστόσο, ορισμένες αλλαγές, εξηγεί, δεν πρέπει να αγνοούνται: η ψηλάφηση ενός εξογκώματος ή μιας μάζας στον μαστό, ο επίμονος πόνος, οι μεταβολές στο μέγεθος ή το σχήμα του, οι αλλαγές στο δέρμα του μαστού (όπως ερυθρότητα ή όψη που θυμίζει φλούδα πορτοκαλιού), οι αλλαγές στη θηλή, ο κνησμός ή η ξηροδερμία στην περιοχή, καθώς και η ψηλαφητή διόγκωση στη μασχάλη.

Ο ειδικός του ΕΟΔΥ επικαλείται στοιχεία της American Cancer Society (ACS), σύμφωνα με τα οποία οι θάνατοι από καρκίνο του μαστού έχουν μειωθεί κατά 44% από το 1989 έως το 2024, κυρίως χάρη στη βελτίωση των μεθόδων έγκαιρης διάγνωσης και στις σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές. Ο προσυμπτωματικός έλεγχος (screening) μειώνει τη θνητότητα από τον καρκίνο του μαστού κατά 20%-35% στις ηλικίες 50-69 ετών, ενώ έχει ελαφρώς μικρότερο αντίκτυπο στις ηλικίες 40-49 ετών.

Το πρόγραµµα «Προλαµβάνω»

Υπενθυμίζεται ότι στη χώρα μας ο προσυμπτωματικός έλεγχος παρέχεται και μέσω του Εθνικού Προγράμματος Πρόληψης «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» του υπουργείου Υγείας, στο πλαίσιο της εθνικής και ευρωπαϊκής στρατηγικής για την καταπολέμηση του καρκίνου.

Μάλιστα, μόλις την περασμένη εβδομάδα ξεκίνησε η δεύτερη φάση του προγράμματος, με την αποστολή SMS στους δικαιούχους. Οπως ανακοίνωσε η ηγεσία του υπουργείου Υγείας, δικαιούχοι είναι περισσότερες από 2,38 εκατομμύρια γυναίκες ηλικίας 45 έως 74 ετών, ασφαλισμένες και ανασφάλιστες.

Στο πλαίσιο αυτό, οι γυναίκες που έχουν ενεργοποιήσει την άυλη συνταγογράφηση λαμβάνουν το ηλεκτρονικό παραπεμπτικό μέσω SMS. Οι δικαιούχοι που δεν έχουν ενεργοποιήσει την άυλη συνταγογράφηση μπορούν να ενημερωθούν και να προγραμματίσουν το ραντεβού τους δωρεάν, χρησιμοποιώντας μόνο τον ΑΜΚΑ τους, μέσω της πλατφόρμας proliptikes.gov.gr.

Ποιοι διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο

Ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του μαστού επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Σημαντικό ρόλο, όπως αναλύει ο κ. Κακουλίδης, διαδραματίζουν το γυναικείο φύλο και η αύξηση της ηλικίας, καθώς και η κληρονομικότητα.

Οι γυναίκες με οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού, ιδιαίτερα όταν αυτό αφορά συγγενή πρώτου βαθμού, καθώς και όσες φέρουν συγκεκριμένες γενετικές μεταλλάξεις, όπως οι BRCA1, BRCA2 και PALB2, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Επιπλέον, ορμονικοί παράγοντες, η παχυσαρκία μετά την εμμηνόπαυση, η κατανάλωση αλκοόλ, το κάπνισμα, καθώς και το ιστορικό ακτινοβόλησης της θωρακικής χώρας σε νεαρή ηλικία έχουν συσχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης της νόσου.

Φροντίδα πριν από τη διάγνωση

Εν τω μεταξύ, όπως επισημαίνουν, μεταξύ άλλων, οι γιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου (καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, παθολόγος) και δρ Μαρία Καπαρέλου (παθολόγος – ογκολόγος), η φροντίδα της υγείας του μαστού συνδέεται και με τις καθημερινές επιλογές.

Η διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους, η τακτική σωματική δραστηριότητα και ο περιορισμός της κατανάλωσης αλκοόλ μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού. «Ο κίνδυνος δεν μπορεί να μηδενιστεί, μπορούμε όμως να επηρεάσουμε ορισμένους από τους παράγοντες που τον διαμορφώνουν και, κυρίως, να αξιοποιήσουμε τη δυνατότητα της έγκαιρης διάγνωσης μέσα από τον κατάλληλο προσυμπτωματικό έλεγχο».

Αναφορικά με τη σύγχρονη αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού, οι επιστήμονες του ΕΚΠΑ σημειώνουν ότι βασίζεται στην ακριβή γνώση της βιολογίας του όγκου και στην εξατομίκευση της θεραπείας. Οπως επισημαίνουν, η θεραπευτική στρατηγική καθορίζεται από τους ορμονικούς υποδοχείς, την έκφραση του HER2 και άλλους μοριακούς και παθολογοανατομικούς δείκτες.

Οι γονιδιακές υπογραφές μπορούν, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, να συμβάλουν στην εκτίμηση του κινδύνου υποτροπής και στη λήψη απόφασης για τη χορήγηση χημειοθεραπείας. Παράλληλα, οι νεότερες στοχευμένες θεραπείες και η ανοσοθεραπεία έχουν διευρύνει τις θεραπευτικές επιλογές, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένους υποτύπους της νόσου, όπως ο HER2-θετικός και ο τριπλά αρνητικός καρκίνος.

Η αξιολόγηση της ανταπόκρισης στην προεγχειρητική θεραπεία μπορεί επίσης να καθοδηγήσει τις μετεγχειρητικές αποφάσεις. Καθοριστική παραμένει η συνεργασία μιας διεπιστημονικής ομάδας ειδικών. Οι επιστήμονες συμπληρώνουν ότι στόχος δεν είναι μόνο η αύξηση της αποτελεσματικότητας, αλλά και η αποφυγή περιττών θεραπειών.