Κίνα και Ρωσία πιέζουν την Ευρώπη για τα ψάρια της Μαυριτανίας

Σε μια δύσκολη διαπραγμάτευση με σημαντικές οικονομικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς πλησιάζει η λήξη του πρωτοκόλλου αλιευτικής συνεργασίας με τη Μαυριτανία, στις 14 Νοεμβρίου. Η αφρικανική χώρα επιδιώκει μεγαλύτερο οικονομικό αντάλλαγμα για την πρόσβαση των ευρωπαϊκών αλιευτικών σκαφών στα χωρικά της ύδατα, ενώ η αυξανόμενη παρουσία της Κίνας και της Ρωσίας στην περιοχή περιπλέκει τις συνομιλίες.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της ισπανικής εφημερίδας ABC, τέσσερα κράτη-μέλη, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ολλανδία και η Λετονία, ζήτησαν από τον επίτροπο Αλιείας και Ωκεανών Κώστα Καδή να επιταχύνει τις διαπραγματεύσεις, ώστε να εξασφαλιστεί η συνέχιση της αλιευτικής δραστηριότητας μετά τη λήξη της υφιστάμενης συμφωνίας.

Το ισχύον πρωτόκολλο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία συνεργασίας της ΕΕ με τρίτες χώρες στον αλιευτικό τομέα. Παρέχει δυνατότητες αλιείας σε σκάφη δέκα κρατών-μελών, καλύπτοντας ποσότητες που ξεπερνούν τους 280.000 τόνους, σε διαφορετικές κατηγορίες αλιευμάτων, όπως γαρίδες, μπακαλιάροι, μπαρμπούνια, σαρδέλες, γαύροι και τόνοι.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμφωνία για την Ισπανία, η οποία διαθέτει ισχυρό στόλο αλιείας μεγάλων αποστάσεων. Η ισπανική έκθεση ξεπερνά τους 15.000 τόνους αλιευμάτων, ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Γεωργίας της χώρας για το προηγούμενο έτος, περισσότερα από 30 ισπανικά σκάφη διέθεταν άδεια δραστηριοποίησης στα νερά της Μαυριτανίας.

Η στρατηγική σημασία της περιοχής συνδέεται με τον εξαιρετικό αλιευτικό της πλούτο. Στις ακτές της Μαυριτανίας, στον ανατολικό Ατλαντικό, η άνοδος ψυχρών, πλούσιων σε θρεπτικά συστατικά υδάτων από μεγαλύτερα βάθη ευνοεί την ανάπτυξη πλαγκτόν και δημιουργεί ιδιαίτερα παραγωγικά θαλάσσια οικοσυστήματα. Αυτές οι συνθήκες στηρίζουν μεγάλους πληθυσμούς ψαριών και καθιστούν την περιοχή ελκυστική για τους διεθνείς αλιευτικούς στόλους.

Το οικονομικό σκέλος αποτελεί ένα από τα βασικά εμπόδια για την ανανέωση της συνεργασίας. Η Μαυριτανία θεωρεί ανεπαρκές το σημερινό οικονομικό αντάλλαγμα, το οποίο ανέρχεται περίπου στα 60 εκατομμύρια ευρώ, και, σύμφωνα με τις πληροφορίες της ABC, επιδιώκει την αύξησή του στα 68 εκατομμύρια. Το συγκεκριμένο ποσό δεν έχει επιβεβαιωθεί επισήμως ως τελική απαίτηση της κυβέρνησης της αφρικανικής χώρας.

Παράλληλα, οι προτάσεις για το νέο πρωτόκολλο προβλέπουν σημαντικό περιορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων για μικρά πελαγικά είδη, όπως οι σαρδέλες και οι γαύροι. Στο τραπέζι βρίσκεται ανώτατο όριο 93.000 τόνων ετησίως για την κατηγορία των πελαγικών μηχανότρατων-ψυγείων, προκαλώντας αντιδράσεις από χώρες όπως η Λετονία, οι οποίες εκτιμούν ότι μια τέτοια μείωση θα μπορούσε να επηρεάσει τη βιωσιμότητα του στόλου τους.

Στη διαπραγμάτευση προστίθεται ο ανταγωνισμός της Κίνας και της Ρωσίας, που διατηρούν εδώ και χρόνια αλιευτική παρουσία στην περιοχή. Η Μαυριτανία έχει αναπτύξει σχέσεις συνεργασίας και με τις δύο χώρες, γεγονός που της παρέχει πρόσθετες επιλογές στη διαχείριση της πρόσβασης στους θαλάσσιους πόρους της.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, επιδιώκει να διασφαλίσει οικονομικά βιώσιμες συνθήκες για τα ευρωπαϊκά αλιευτικά σκάφη. Από την άλλη, οφείλει να αποδείξει ότι η χρηματοδότηση και οι αλιευτικές δραστηριότητες πραγματοποιούνται με όρους βιωσιμότητας, προστασίας των ιχθυαποθεμάτων και διαφάνειας.

Η Μαυριτανία, αντίστοιχα, επιδιώκει να μεγιστοποιήσει τα οικονομικά οφέλη από τους φυσικούς της πόρους, προστατεύοντας παράλληλα την εγχώρια αλιεία, τις θέσεις εργασίας και την τροφοδοσία της τοπικής αγοράς. Η παρουσία μεγάλων ξένων βιομηχανικών στόλων δημιουργεί έσοδα, αλλά εγείρει και ζητήματα ανταγωνισμού με τους ντόπιους αλιείς.

Οι διαφορετικοί όροι υπό τους οποίους δραστηριοποιούνται οι ευρωπαϊκοί, κινεζικοί και ρωσικοί στόλοι αποτελούν πρόσθετο σημείο προβληματισμού. Η ΕΕ εφαρμόζει συγκεκριμένους κανόνες παρακολούθησης και ελέγχου της αλιευτικής δραστηριότητας, ενώ η διαφάνεια και η συγκρισιμότητα των αντίστοιχων συμφωνιών άλλων χωρών δεν είναι πάντοτε εξασφαλισμένες.

Η επικείμενη λήξη του πρωτοκόλλου αναδεικνύει, επομένως, ένα ευρύτερο ζήτημα: τον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό για την πρόσβαση σε περιορισμένους θαλάσσιους βιολογικούς πόρους.

Καθώς η παγκόσμια ζήτηση για αλιεύματα παραμένει υψηλή, οι χώρες με πλούσια αλιευτικά πεδία αποκτούν μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ.

Για τις Βρυξέλλες, το ζητούμενο είναι να επιτευχθεί μια συμφωνία που θα εξασφαλίζει τη συνέχιση της αλιευτικής δραστηριότητας χωρίς να υπονομεύεται η μακροπρόθεσμη διατήρηση των ιχθυαποθεμάτων. Διαφορετικά, από τις 15 Νοεμβρίου, τα ευρωπαϊκά σκάφη που εξαρτώνται από το συγκεκριμένο πρωτόκολλο ενδέχεται να βρεθούν χωρίς τη δυνατότητα συνέχισης της αλιείας στα νερά της Μαυριτανίας.