Δύο χρόνια έχουν περάσει από την κυκλοφορία του τελευταίου βιβλίου της Ιωάννας Καρυστιάνη, και έφτασε η στιγμή της λογοτεχνικής επιστροφής της με τη συλλογή διηγημάτων «Απλά πράματα». Η ιστορία με τίτλο «Η καντίνα» από την οποία παραθέτουμε απόσπασμα, περιλαμβάνεται σε αυτή τη συλλογή που κυκλοφορεί στα μέσα Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Εδώ η κεντρική ηρωίδα έρχεται αντιμέτωπη με ένα μακρινό αλλά πολύ τραυματικό παρελθόν, ατομικό και συλλογικό.
[…] Μικροκαμωμένη η παρ’ ολίγο φιλόλογος, μισή από ύψος, και από χρόνια, μισή και από κιλά, μισή και από ρεαλισμό επιπλέον, είχε σκίσει το πτυχίο της Φιλοσοφικής, είχε δουλέψει για πέντε χρόνια λαντζέρισσα σε τουριστική ταβέρνα, μετά από κενό ενός χρόνου, έκανε την οικονόμο, μακιγιέζ και συνοδό σε εύπορες μοναχικές γιαγιάδες της Κηφισιάς για άλλα πέντε χρόνια, και μετά από ένα πιο μεγάλο διάλειμμα λόγω γκραν γκινιόλ καταστάσεων του μυαλού, έπιασε δουλειά σε μεγάλο μανάβικο, όπου καθάριζε, έπλενε, στέγνωνε και συσκεύαζε αεροστεγώς σπανάκια. Το πόστο της ήταν στο βάθος, μακριά από το ταμείο, πολύ ευτυχώς αυτό, γιατί δεν ήθελε να την αναγνωρίζουν παλιοί γνωστοί, μη μου πεις, η Χριστίνα είσαι; Τι κάνεις εσύ εδώ, και λοιπά, τα λοιπά στη φορμόλη[…].
Η ετοιμόλογη αλλά κατά κανόνα λιγόλογη Χριστίνα Πετρούνια δεν τους ανοιγόταν και ίσως αυτό τους τραβούσε [τους άντρες], δεν δένονταν, δεν αναλάβαιναν υποχρεώσεις, απλά βολεύονταν. Οι πιο διανοούμενοι γούσταραν τη σχέση με μία του δρόμου, όπως στόλιζε η ίδια τον εαυτό της λόγω του τελευταίου, μετά από οκτώ χρόνια στα σπανάκια, επαγγέλματος. Κατά σύμπτωση όλους τους σχολούσε ένα βράδυ με βροχή, μάλλον τη βοηθούσε ο καιρός να πάρει την απόφαση, οι μπόρες ξέπλεναν το θολωμένο της μυαλό και τις όποιες τύψεις για το απότομο αντίο, το συνήθειο είναι κολλυβόζουμο, αυτό βαστάει τους γάμους μακράς διαρκείας, αυτό και τις τελειωμένες ιστορίες, τους έλεγε, τους φιλούσε στο στόμα και τους έδιωχνε.
***
Και να που το 2002, εκεί γύρω, έπρεπε να αγαπήσει τα τηγάνια, να οργανώσει τα μαχαίρια, να υιοθετήσει τα αυγά, να εκπαιδεύσει τους κιμάδες, να στρατολογήσει πικάντικα λουκάνικα. Η Χριστίνα Πετρούνια συμπλήρωνε ήδη δέκα χρόνια ως αφεντικό του εαυτού της και ιδιοκτήτρια καντίνας που άλλαζε στέκι κάθε τρεις τέσσερις μήνες, και πιο κεντρικά στις δυτικές συνοικίες της πόλης, και πιο απόμερα, σε σταυροδρόμια στις άκρες της Αττικής […].
Γενικά, τη Χριστίνα Πετρούνια τη συνέφεραν οι άπαξ και τυχαίοι πελάτες. Να μην τους ξέρει, να μην την ξέρουν, να τους σερβίρει, να την πληρώνουν, να χάνονται, να τους ξεχνά. Η καντίνα, ονόματι Θοδωρής αλλά όχι σε ταμπέλα, στο μυαλό της μόνον, είχε και κάμποσους ορκισμένους οπαδούς που την ακολουθούσαν στις μετακινήσεις, κάτι άλλους φαφλατάδες για δυο φεγγάρια φανατικούς και μετά άφαντους και κάποιους μυστηριώδεις μοναχικούς που ξεφύτρωναν εδώ κι εκεί, σήκωναν το πιο ακριανό από τα έξι τραπεζάκια, το μετακινούσαν άλλα τρία μέτρα μακριά και παράγγελναν πάντα το ίδιο φαΐ και το ίδιο ποτό, από τη δεύτερη τρίτη φορά δίχως λόγια, με νεύματα […].
***
Η θεούσα που δεν νήστευε ούτε τη Σαρακοστή της είχε γίνει τσιμπούρι, μιας και τρωγοπίνοντας, εκεί μπορούσε να βρίζει ελεύθερα τη συμπεθέρα της, ο επαγγελματίας οδηγός, σαράντα χρόνια στο τιμόνι, ζητούσε πάντοτε τη θερμή αφιέρωσή της, ξανθέ φορτηγατζή καριόλη, θα σε ποτίσω βιτριόλι, το ζευγάρι των ωραίων γκέι κάθε Παρασκευή σούρουπο τσιμπολογούσε πάντοτε σιωπηλό, λες και ακολουθούσε ακόμη την παλιά σύσταση στα παιδάκια, όταν τρώμε δεν μιλάμε, ο όσο πιο μακριά απ’ όλους μονόχνοτος και ανώνυμος κοιλαράς, που όλο πνιγόταν στον βήχα και έφτυνε στο χώμα, ο σεξουλιάρης παππούς που περίμενε πώς και τι να ξανάρθει η καντίνα στα μέρη του για να ξαναπεί στην καντινιέρισσα, ο έρωτας της κυράς μου με χοντραίνει, ο δικός σου με κρατάει στιλάκι, ο Σφακιανός με το τρανζιστοράκι στο αυτί, που την καθησύχαζε, όσο ακούω ριζίτικα είμαι Θεός, ο Αντι και η Καμέλα του, εξ Αλβανίας, που παράγγελναν δέκα καυτερές πιπεριές, έξτρα μπούκοβο, έξτρα μαυροπίπερο, έξτρα πικάντικη μουστάρδα, ο Μεσολογγίτης, που είχε χάσει το δεξί του χέρι σε εργατικό ατύχημα και κείνη του σέρβιρε το κρεατικό σε μπουκίτσες, μιας και ο ίδιος αδυνατούσε να χρησιμοποιήσει μαχαιροπίρουνο, οι δυο Πατρινές ξαδέλφες, που κάθονταν ως αργά πίνοντας ένα καφάσι μπίρες και μιλώντας για τη μόδα, ο πάντα χλομός ηλικιωμένος νεοδημοκράτης με το σηματάκι Κωνσταντίνος Καραμανλής στο πέτο, ο Σάσα, που κατέβαζε τα κεμπάπ σαν στραγάλια, τρεις μερίδες στην καθισιά του, οι δύο ντουλάπες, που φως φανάρι οπλοφορούσαν και ήθελαν μισή καρτέλα αυγά μάτια, το μεικτό φοιτηταριό, ένα δυο κορίτσια συν ένα δυο αγόρια, που πίνοντας έκαναν προπόσεις για επανάσταση και λοιπά ονειρώδη και μεγαλειώδη, ο αυτοαποκαλούμενος αγροτιά, που είχε και σύνθημα, οι πορτοκαλιές δεν πάνε πουθενά, στιγμή δεν φεύγουν από τον κήπο, η ταξιτζού τού ό,τι να ‘ναι σάντουιτς για τον δρόμο, η στάση της τρίλεπτη το πολύ και κάθε φορά ανανέωση της πρότασης, Πετρούνια, μόνο για σένα τζάμπα η κούρσα για τ’ αστέρια, και πόσοι άλλοι, καθωσπρέπει ή του σχοινιού και του παλουκιού, κεφάτοι ή ψυχοπλακωμένοι ή ανεξιχνίαστοι ή αχόρταγοι ή λιγόφαγοι ή ή ή, απ’ όλα έχει ο μπαξές της κοινωνίας.
***
– Φωτιά;
Στα αποψινά κεσάτια μόνος πελάτης ο κεφάλας χοντρός στα εφτά οχτώ μέτρα μακριά, που προσπαθούσε μάταια ν’ ανάψει τσιγάρο με το αναπτηράκι του. Δεν έφταιγε ο αέρας, άπνοια, μουντός, μουγκός καιρός.
– Φωτιά; ξαναφώναξε προς την καντινιέρισσα, που μιλούσε εγγλέζικα στο κινητό και σημείωνε. Η δεύτερη φωτιά ακούστηκε πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν, παράταιρα δυνατά, έτσι φάνηκε στην Πετρούνια, την έπιασε μάλιστα μια αιφνίδια ταχυπαλμία, κάτι σαν κακός οιωνός.
Μπορεί οι αρχαίοι ημών πρόγονοι να μας έριξαν τόνους μάρμαρα κατακέφαλα, εξ ου και η βαριά διάσειση του λαού, αλλά, να λέγεται, ήταν προφέσορες σε τόσα, καλός οιωνός, κακός οιωνός […].
Απόσπασμα από το διήγημα «Η καντίνα» (σελ. 221-246)
Ιωάννα Καρυστιάνη
Απλά πράματα
Εκδ. Καστανιώτη 2026, σελ. 288