Σοβαρές ενδείξεις διείσδυσης του οργανωμένου εγκλήματος στα έργα ανοικοδόμησης των περιοχών της κεντρικής Ιταλίας που επλήγησαν από τον καταστροφικό σεισμό του 2016 αποκάλυψε μεγάλη έρευνα των ιταλικών Αρχών. Στο επίκεντρο βρίσκονται επιχειρηματικά συμφέροντα που φέρονται να συνδέονται με την καλαβρέζικη ‘Ndrangheta και την Καμόρα της Καμπανίας, δύο από τις ισχυρότερες εγκληματικές οργανώσεις της χώρας.
Η επιχείρηση, με την κωδική ονομασία «Ricostruzione» («Ανοικοδόμηση»), πραγματοποιήθηκε από την Οικονομική Αστυνομία της Ανκόνα, υπό τον συντονισμό της αρμόδιας Εισαγγελίας κατά της Μαφίας. Συνολικά 51 πρόσωπα βρίσκονται υπό έρευνα, ενώ δικαστής διέταξε την προσωρινή κράτηση οκτώ υπόπτων. Για άλλα πέντε πρόσωπα προβλέπεται προηγούμενη δικαστική εξέταση, ενώ διατάχθηκαν δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων αξίας άνω των 57 εκατομμυρίων ευρώ.
Η επιχείρηση αναπτύχθηκε σε μεγάλο μέρος της ιταλικής επικράτειας, με περισσότερες από 50 έρευνες και κατασχέσεις εγγράφων. Περίπου 230 στελέχη της Οικονομικής Αστυνομίας κινητοποιήθηκαν σε 13 επαρχίες, μεταξύ των οποίων η Ανκόνα, η Ματσεράτα, η Ρώμη, η Νάπολη, η Καζέρτα και το Ρέτζιο Καλάμπρια.
Η έρευνα επικεντρώνεται σε δύο βασικούς άξονες. Ο πρώτος αφορά την πιθανή εξαπάτηση του Δημοσίου για την παράνομη είσπραξη κονδυλίων που είχαν διατεθεί για την αποκατάσταση ιδιωτικών κτιρίων στις σεισμόπληκτες περιοχές. Σύμφωνα με τους ερευνητές, μέρος των εργασιών φέρεται να ανατέθηκε μέσω υπεργολαβιών σε πρόσωπα συνδεδεμένα με εγκληματικές οργανώσεις της Καλαβρίας και της Καμπανίας.
Ο δεύτερος άξονας αφορά καταγγελλόμενες πράξεις διαφθοράς στις οποίες φέρονται να εμπλέκονται δημόσιοι λειτουργοί και επιχειρηματίες. Στο μικροσκόπιο έχουν μπει δημόσιοι διαγωνισμοί που προκηρύχθηκαν από την Περιφέρεια Μάρκε, τον περιφερειακό οργανισμό φοιτητικής μέριμνας Erdis Marche και το Πανεπιστήμιο του Καμερίνο.
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα εξαιτίας της προέλευσης των χρημάτων. Μετά τον σεισμό της 24ης Αυγούστου 2016, που κατέστρεψε την Αματρίτσε και άλλες κοινότητες της κεντρικής Ιταλίας, η χώρα κινητοποίησε σημαντικούς δημόσιους πόρους για την αποκατάσταση κατοικιών, επιχειρήσεων και υποδομών. Η ανοικοδόμηση αποτέλεσε μια μακροχρόνια διαδικασία, με εκατοντάδες εργολαβίες και υπεργολαβίες.
Αυτή ακριβώς η πολυπλοκότητα φαίνεται ότι δημιούργησε, σύμφωνα με τις Αρχές, ευκαιρίες για παράνομες δραστηριότητες. Η ανάθεση έργων σε πολλαπλά επίπεδα, η πίεση για γρήγορη αποκατάσταση των ζημιών και η διαχείριση μεγάλων χρηματοδοτήσεων αποτελούν παράγοντες που μπορούν να δυσκολέψουν τον αποτελεσματικό έλεγχο των συμβάσεων. Για τις ιταλικές Αρχές, η πιθανή παρουσία οργανωμένων εγκληματικών δικτύων σε έργα ανοικοδόμησης δεν αποτελεί μόνο ζήτημα οικονομικής απάτης. Συνδέεται και με τον κίνδυνο στρέβλωσης του ανταγωνισμού, αποκλεισμού νόμιμων επιχειρήσεων και υπονόμευσης της εμπιστοσύνης των πολιτών στη διαχείριση δημόσιων πόρων.
Το ποσό των 57 εκατομμυρίων ευρώ αφορά την αξία των περιουσιακών στοιχείων που τέθηκαν υπό δέσμευση και δεν ταυτίζεται με την οριστική ζημία του ιταλικού Δημοσίου που αναμένεται να είναι πολύ μεγαλύτερη.