Σε μια ξεκάθαρη ιστορική παραδοχή για τον τρόπο με τον οποίο η Ανατολία πέρασε υπό τουρκικό έλεγχο προχώρησε ο Πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Με αφορμή το επίσημο μήνυμά του για την 105η επέτειο της Μάχης του Σαγγαρίου, η Άγκυρα συνέδεσε ευθέως την πολεμική επικράτηση του 1071 στο Μαντζικέρτ με τις συγκρούσεις του 1921. Με τον τρόπο αυτό, η τουρκική ηγεσία επιβεβαιώνει ουσιαστικά ότι η κυριαρχία επί των εδαφών της Μικράς Ασίας δεν αποτελεί ιστορική αυτόχθονη συνέχεια, αλλά επιβλήθηκε και διατηρήθηκε αποκλειστικά μέσω της πολεμικής βίας, της αρπαγής και των όπλων.
Στο κείμενο της δήλωσής του, ο Ερντογάν αναφέρει χαρακτηριστικά: «Από το Μαντζικέρτ μέχρι τον Σαγγάριο, χωρίς να αμαυρώσουμε το αίμα των μαρτύρων μας που έπεσαν για να γίνει η Ανατολία πατρίδα μας, θα υπερασπιστούμε τα δικαιώματα του αγαπητού μας έθνους και θα εργαστούμε με όλες μας τις δυνάμεις για να πετύχουμε τους στόχους μας».
Cumhurbaşkanımız Sayın Recep Tayyip Erdoğan’ın, 13 Eylül Sakarya Zaferi’nin 105. Yıl dönümü mesajı:
“Türk milletinin tarih boyunca süren istiklal mücadelesindeki en büyük zaferlerinden Sakarya Meydan Muharebesi, bu milletin özgürlüğü ve bağımsızlığı için ne kadar büyük…
— T.C. İletişim Başkanlığı (@iletisim) September 13, 2026
Παράλληλα, ο Τούρκος Πρόεδρος συμπλήρωσε με νόημα ότι η έκβαση της Μάχης του Σαγγαρίου το 1921 λειτούργησε ως μια βίαιη σφραγίδα κυριαρχίας απέναντι στους προηγούμενους κατοίκους της περιοχής: «Η Νίκη του Σαγγαρίου, στον δρόμο προς την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, χάραξε για άλλη μια φορά στα μυαλά των εχθρικών εθνών ότι η Ανατολία είναι μια τουρκική πατρίδα».
Η επίσημη αυτή τοποθέτηση αναδεικνύει μια αλήθεια που η τουρκική διπλωματία συχνά επιχειρεί να ωραιοποιήσει κάτω από τον όρο του «απελευθερωτικού αγώνα». Συνδέοντας το Μαντζικέρτ με τον Σαγγάριο, η Άγκυρα παραδέχεται δύο βασικά ιστορικά δεδομένα:
Πρώτον, ότι η Ανατολία δεν υπήρξε ποτέ η αρχική κοιτίδα των τουρκικών φύλων. Αντίθετα, ήταν μια περιοχή που καταλήφθηκε βίαια από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, οδηγώντας στον σταδιακό εκτοπισμό, τη σφαγή και την αφομοίωση των αυτόχθονων πληθυσμών, όπως των Ελλήνων και των Αρμενίων, οι οποίοι κατοικούσαν εκεί για χιλιάδες χρόνια.
Δεύτερον, ότι η εδραίωση του σύγχρονου τουρκικού κράτους βασίστηκε στη συνεχή διαδικασία της στρατιωτικής επιβολής και αρπαγής. Η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα με τον βίαιο και αιματηρό τερματισμό της τρισχιλιετούς ελληνικής παρουσίας στα εδάφη της Μικράς Ασίας, μέσα από συστηματικές διώξεις, γενοκτονίες και την τελική Μικρασιατική Καταστροφή.
Για τους εξωτερικούς παρατηρητές και τους ιστορικούς αναλυτές, η ρητορική αυτή του Ερντογάν δεν είναι απλώς μια αναπόληση του παρελθόντος. Αποτελεί μια ξεκάθαρη ομολογία ότι η Τουρκία αντιλαμβάνεται τα σύνορά της, την επιρροή της και την ίδια της την ύπαρξη αποκλειστικά ως προϊόν πολεμικής κατάκτησης και ισχύος.
Όταν η επίσημη κρατική γραμμή υπερηφανεύεται ότι «χάραξε στα μυαλά των εχθρών» την κυριαρχία της, επιβεβαιώνει ότι το δόγμα της βίας παραμένει ζωντανό στην πολιτική της Άγκυρας. Το μήνυμα αυτό λειτουργεί ως μια κυνική υπενθύμιση: η Ανατολία αφαιρέθηκε από τους νόμιμους κατοίκους της με το όπλο, και με την απειλή του όπλου συνεχίζει να διατηρείται μέχρι σήμερα.