Θεσσαλονίκη, Saloniki, Saloniko, Selânik, Salonicco, Salonique, Salonika, Solun, Sãrunã και Salonica: είναι μερικές ονομασίες της Θεσσαλονίκης που απέκτησε στη διάρκεια χιλιετιών η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας. Και οι ονομασίες της αντανακλούν τόσο την πολιτική της ιστορία όσο και την ποικιλομορφία των κατοίκων και των επισκεπτών της, των οποίων οι γλώσσες ακούγονταν στους δρόμους της πόλης: αλβανικά, βουλγαρικά, γαλλικά, ελληνικά, εβραϊκά, ιταλικά, ιουδαιο-ισπανικά, ρουμανικά και οθωμανικά τουρκικά.
Κατά την οθωμανική περίοδο, από το 1430 έως το 1912, η Θεσσαλονίκη, βρισκόταν στην κυριαρχία των οθωμανών Τούρκων, παρόλο που ο πληθυσμός της στην πλειοψηφία του δεν ήταν μουσουλμανικός. Οι μελετητές εκτιμούν ότι στις αρχές του 20ού αιώνα ο εβραϊκός πληθυσμός αποτελούσε τη μεγαλύτερη εθνοθρησκευτική ομάδα και ανερχόταν σε περίπου 90.000 άτομα από το σύνολο των 158.000 ατόμων.
Οι περισσότεροι ήταν Σεφαραδίτες, προερχόμενοι καταγωγικά από τους εξόριστους Εβραίους της Ισπανίας του 1492. Μέχρι την πρώτη απογραφή, – πραγματοποιήθηκε ένα έτος μετά την άφιξη του ελληνικού στρατού, ο οποίος έθεσε τέλος σε σχεδόν πεντακόσια χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας – ο εβραϊκός πληθυσμός είχε μειωθεί σε 61.000. Περίπου 46.000 κάτοικοι ταξινομήθηκαν ως «Οθωμανοί», ο όρος για τους μουσουλμάνους, και λίγο λιγότεροι από 40.000 ήταν Ελληνες Ορθόδοξοι.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Ντέβιν Ε. Ναάρ, περίπου το 15% των 500.000 Εβραίων που αποτελούσαν τον πληθυσμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Θεωρούνταν, όπως αναφέρει, «η πιο εβραϊκή πόλη στον κόσμο», η «Ιερουσαλήμ της Τουρκίας» ή η «Νέα Ιερουσαλήμ». Ωστόσο, μέχρι το 1923 η Θεσσαλονίκη θα άλλαζε πληθυσμιακή σύσταση και θα αποτελείτο κατά 75% έως 80% από Ελληνες.
Οπως αναφέρει το δημοσίευμα του «New York Book Review» αυτή η δραματική μεταμόρφωση αποτελεί το θέμα του βιβλίου του Πάρη Παπαμίχου Χρονάκη με τίτλο «The Business of Transition: Jewish and Greek Merchants of Salonica from Ottoman to Greek Rule» (από τις εκδόσεις Stanford University Press). Η έρευνα του ιστορικού Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, στο Πανεπιστήμιο Royal Holloway University of London, επικεντρώνεται σε ένα μικρό τμήμα της πολύπλοκης κοινωνίας της Θεσσαλονίκης και ακολουθεί το ευρύ σε θεματολογία έργο του Μαρκ Μαζάουερ «Θεσσαλονίκη, Πόλη των Φαντασμάτων: Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι, 1430-1950» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2006) και το έργο του Ντέβιν Ε. Ναάρ «Η Θεσσαλονίκη των Εβραίων: Ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Νεότερη Ελλάδα» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2018), που αφορούν την εβραϊκή κοινότητα κατά τη διάρκεια εκείνων των μεταβατικών ετών.
Με την αξιοποίηση πρωτότυπων αρχειακών πηγών ο ιστορικός του «The Business of Transition» ανασυνθέτει μέσα από προσωπικές ιστορίες σεβαστών φιλανθρώπων, ένθερμων πατριωτών, διασυρμένων κερδοσκόπων και κατατρεγμένων κατοίκων της Θεσσαλονίκης την εικόνα μιας πόλης σε μεταβατικό στάδιο. Ο Χρονάκης παρουσιάζει πώς η κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας συγκλόνισε όλα τα συστατικά στοιχεία της εβραϊκής και της ελληνικής ταυτότητας, και πώς Εβραίοι και Ελληνες ανακάλυψαν εκ νέου τον εαυτό τους μέσα από τις ευρύτερες πολιτικές και οικονομικές αναταραχές.
Η μεγάλη πυρκαγιά του 1917 επιτάχυνε αυτή τη μετάβαση, καθώς καταστράφηκε μεγάλο μέρος του ιστορικού κέντρου, όπου βρίσκονταν κυρίως οι εβραϊκές και μουσουλμανικές συνοικίες. Η καταστροφή επέτρεψε τον ανασχεδιασμό της Θεσσαλονίκης ως μια σύγχρονη πόλη, «διαμορφωμένη κατ’ εικόνα του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας του». Στο πλαίσιο αυτό, η μετάβαση και ο εκσυγχρονισμός δεν ήταν ουδέτερες πολεοδομικές διαδικασίες, αλλά συνδέθηκαν με την απομάκρυνση πληθυσμών, τη μεταβολή των ιδιοκτησιακών σχέσεων και την εξάλειψη των αρχιτεκτονικών και κοινωνικών ιχνών της οθωμανικής πόλης, θα επισημάνει στη μελέτη του ο Παπαμίχος Χρονάκης.
Η Συνθήκη της Λωζάννης και η ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 ολοκλήρωσαν σε μεγάλο βαθμό αυτή τη μεταμόρφωση. Η άφιξη περίπου 100.000 ορθόδοξων προσφύγων από την Τουρκία ενίσχυσε δημογραφικά την πολιτισμική ελληνικότητα της Θεσσαλονίκης, ενώ η αποχώρηση των μουσουλμάνων και η σταδιακή περιθωριοποίηση των Εβραίων άλλαξαν οριστικά την κοινωνική της σύνθεση. Η πόλη «ξαναοθωμανοποιήθηκε» από την άφιξη των προσφύγων, αλλά πλέον μέσα σε ένα ελληνικό εθνικό πλαίσιο. Η παλιά πολυεθνοτική εμπορική μητρόπολη μετατράπηκε σε ελληνική περιφερειακή πρωτεύουσα και σε λιμάνι που έπρεπε να επαναπροσδιορίσει τη θέση του στη νέα γεωγραφία της Ευρώπης.
Η δυτικοποίηση
H συγγραφέας του άρθρου στο «New York Book Review» Magda Teter θα αντιπαραβάλλει τις αναγνώσεις της για την ιστορία της Θεσσαλονίκης μέσα από τα έργα του Μαζάουερ και του Ναάρ. Στο «Θεσσαλονίκη, Πόλη των Φαντασμάτων», ο Μαζάουερ παρουσιάζει τη μακρά ιστορία της πόλης ως μια διαδοχή πολιτισμών και πληθυσμών, υπογραμμίζοντας τη βίαιη μετάβαση από την οθωμανική πολυφωνία στη μονοεθνοτική ελληνική πόλη.
Η δυτικοποίηση της Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οπτική που αναδεικνύεται και στο άρθρο, προϋπέθετε την απομάκρυνση ή την εξάλειψη στοιχείων που παρέπεμπαν στην οθωμανική αλλά και εβραϊκή ταυτότητά της. Ο Ναάρ, από την πλευρά του, φωτίζει ειδικότερα την εβραϊκή παρουσία και δείχνει πως η εβραϊκή κοινότητα δεν ήταν απλώς μια κλειστή μειονότητα, αλλά βασικός παράγοντας της οικονομικής, εμπορικής και κοινωνικής ζωής της πόλης. Η δική του οπτική τονίζει ότι η απώλεια της εβραϊκής κοινότητας σήμαινε και την απώλεια του οικονομικού και κοσμοπολίτικου τρόπου λειτουργίας της πόλης.
Για τον Χρονάκη οι Εβραίοι έγιναν μειονότητα από δική τους επιλογή. Γιατί όπως γράφει η μειονότητα δεν είναι «ένα απλό δημογραφικό γεγονός» ή «μια σχεδόν στατική νομική και πολιτική κατηγορία που επιβάλλεται εξωτερικά σε μια δεδομένη ομάδα», αλλά μάλλον «ένα πολιτισμικό κατασκεύασμα, μια δυναμική διαδικασία και το αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων επί τόπου». «Το να είσαι πλειοψηφία», υποστηρίζει, σημαίνει να ενεργείς και να μιλάς σαν πλειοψηφία.
Αυτό δεν συνεπάγεται την επιβολή της θέλησης κάποιου, αλλά την επίδειξη και την εκδήλωση μιας ηγεμονικής νοοτροπίας, την ικανότητα οργάνωσης και ρύθμισης των διεθνικών σχέσεων, καθώς και τη νόμιμη εκπροσώπηση και υπεράσπιση των ευρύτερων συμφερόντων της πόλης. Σε αυτή την περίοδο μετάβασης, οι Εβραίοι έπαψαν να ασκούν ηγεμονία· γίνονταν «μειονότητα από επιλογή τους» και «εσωτερικοποιούσαν μια νοοτροπία μειονότητας», παρόλο που «παρέμεναν αριθμητικά ανώτεροι».
Το κρίσιμο, επομένως, είναι ότι η «ευρωπαϊκοποίηση» της Θεσσαλονίκης υπήρξε ταυτόχρονα εθνικοποίηση, εκσυγχρονισμός και αποκοπή από το οθωμανικό οικονομικό της περιβάλλον. Η πόλη δεν έπαψε να είναι εμπορικό κέντρο, αλλά άλλαξε το δίκτυο μέσα στο οποίο λειτουργούσε. Από κόμβος μιας μεγάλης αυτοκρατορικής αγοράς, συνδεδεμένης με τα Βαλκάνια, την Κωνσταντινούπολη, τη Μεσόγειο και την Ανατολή, μεταβλήθηκε σε ελληνικό περιφερειακό λιμάνι, αποκομμένο από μεγάλο μέρος της παλιάς βαλκανικής ενδοχώρας και των υπερεθνικών εμπορικών δικτύων του οθωμανικού κόσμου. Η βιβλιοκριτική της Magda Teter υπογραμμίζει μια παράδοξη εξέλιξη: παρότι γεωγραφικά βρισκόταν πάντοτε στην ευρωπαϊκή ήπειρο, η Θεσσαλονίκη «μπήκε» πολιτισμικά στην Ευρώπη ακριβώς όταν έπαψε να ανήκει στην οθωμανική αυτοκρατορία.
Πάνω στα ερείπια
Η μετάβαση της Θεσσαλονίκης στον δυτικό χαρακτήρα της ήταν διαδικασία μέσα από την οποία μια παλιά διεθνής εμπορική πόλη μετασχηματίστηκε σε εθνικό οικονομικό κέντρο. Η νέα Θεσσαλονίκη οικοδομήθηκε πάνω στα ερείπια της παλιάς: με τη φωτιά του 1917, την ανταλλαγή των πληθυσμών, την άφιξη των προσφύγων, την ενίσχυση της ελληνικής οικονομικής παρουσίας και την προοδευτική εξαφάνιση των εβραϊκών και μουσουλμανικών κοινοτήτων.
Η «δυτική» και «ευρωπαϊκή» ταυτότητα της πόλης αναδιατάχθηκε μέσω του πληθυσμού, των παρεμβάσεων στον αστικό χώρο που αλλοιώνουν τη μνήμη της πόλης, των αλλαγών στα εμπορικά δίκτυα, στις οικονομικές σχέσεις. Οπως αποδεικνύει πειστικά ο Χρονάκης, η διαδικασία αυτή δεν συνάδει πάντα με τα όσα συνέβαιναν στην Αθήνα. Η Θεσσαλονίκη όχι μόνο είχε μετατραπεί σε πόλη νεοαφιχθέντων, αλλά πλέον εντασσόταν και σε μια νέα πολιτική γεωγραφία.
Μετατράπηκε σε επαρχιακό λιμάνι, αποκομμένη από τις βόρειες ενδοχώρες της και τις αγορές αλλού στην Ευρώπη, και δεν συνδέονταν πλέον με άλλα μέρη του πρώην οθωμανικού βασιλείου της Μεσογείου. Η ιστορικός Magda Teter θα σημειώσει στο άρθρο της στο NYBR πως μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, οι Ελληνες μετατράπηκαν σε αριθμητική και πολιτική πλειοψηφία διεκδικώντας εδαφικό προνόμιο στη Θεσσαλονίκη, αποκτώντας πολιτικό έλεγχο μετά το 1912 και δημογραφική υπεροχή το 1923.
Ο όρος «κυριαρχία» υποδηλώνει εξουσία και έλεγχο, καθώς και μια κυρίαρχη θέση στην κοινωνική και πολιτική ιεραρχία. Οι Εβραίοι δεν την κατείχαν ποτέ. Η οικονομική υπεροχή που είχαν δεν ήταν, όπως φαίνεται, δυσανάλογη σε σχέση με τον πληθυσμό τους. Οι στρατηγικές που εφάρμοσαν οι Εβραίοι κατά την οθωμανική εποχή και ως απάντηση στις μεταγενέστερες αλλαγές δείχνουν ότι πάντα αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως μειονότητα με αβέβαιο κοινωνικό και νομικό καθεστώς.
Οι Ελληνες, αντίθετα, διεκδίκησαν εδαφικό προνόμιο στη Θεσσαλονίκη, αποκτώντας πολιτικό έλεγχο μετά το 1912 και δημογραφική υπεροχή το 1923. Είναι αδύνατο να αφηγηθεί κανείς την ιστορία του πώς η Θεσσαλονίκη μετατράπηκε σε ελληνική πόλη χωρίς να αναφερθεί στις συνέπειες που ακολούθησαν. Η σύγχρονη ιστορία της μας υπενθυμίζει οδυνηρά τις ατέλειες και τις αδυναμίες ενός φιλελεύθερου δημοκρατικού συστήματος, του οποίου οι ελευθερίες της θρησκείας και του Τύπου δίνουν φωνή σε μυριάδες απόψεις που όμως προκαλούν διχαστικές συμπεριφορές, ενώ η υπόσχεση για ισότητα απειλεί τις κοινωνικές και θρησκευτικές ιεραρχίες.