Η φαρμακευτική κάνναβη μπαίνει στα νοσοκομεία της Ισπανίας

Μια νέα εποχή στη χρήση της φαρμακευτικής κάνναβης αρχίζει στην Ισπανία, καθώς από την επόμενη εβδομάδα αναμένεται να φτάσουν στα νοσοκομεία τα πρώτα τυποποιημένα σκευάσματα με βάση τα κανναβινοειδή.

Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή στην αντιμετώπιση ασθενών που πάσχουν από σοβαρά συμπτώματα και δεν έχουν ανταποκριθεί στις διαθέσιμες θεραπείες, έπειτα από χρόνια συζητήσεων για την επιστημονική αξιοποίηση της κάνναβης και την ανάγκη αυστηρής ιατρικής εποπτείας.

Η διαδικασία ολοκληρώνεται έναν χρόνο μετά την έγκριση του σχετικού βασιλικού διατάγματος, τον Οκτώβριο του 2025. Στο διάστημα που μεσολάβησε, η Ισπανική Υπηρεσία Φαρμάκων και Προϊόντων Υγείας (AEMPS) καθόρισε το κανονιστικό πλαίσιο, ενέκρινε τα πρώτα σκευάσματα και οργάνωσε τις προϋποθέσεις παραγωγής και διανομής τους.

Η χρήση τους περιορίζεται σε τέσσερις συγκεκριμένες ενδείξεις: τη σπαστικότητα που συνδέεται με τη σκλήρυνση κατά πλάκας, τις σοβαρές μορφές επιληψίας που δεν ανταποκρίνονται στις συνήθεις θεραπείες, τη ναυτία και τους εμετούς που προκαλεί η χημειοθεραπεία και τον χρόνιο πόνο που παραμένει ανεξέλεγκτος παρά τη χορήγηση άλλων φαρμάκων.

Η τελευταία κατηγορία συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς εκτιμάται ότι περίπου εννέα εκατομμύρια άνθρωποι στην Ισπανία υποφέρουν από χρόνιο πόνο. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι όλοι θα μπορούν να λάβουν φαρμακευτική κάνναβη. Κάθε περίπτωση θα εξετάζεται ξεχωριστά από ειδικό γιατρό, ο οποίος θα πρέπει να τεκμηριώνει ότι οι προηγούμενες θεραπευτικές επιλογές δεν απέδωσαν.

Η νέα δυνατότητα δημιουργεί ελπίδες σε ασθενείς που επί χρόνια αναζητούσαν ανακούφιση χωρίς αποτέλεσμα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Κάρολα Πέρεθ, προέδρου του Ισπανικού Παρατηρητηρίου Φαρμακευτικής Κάνναβης, η οποία ζει με νευροπαθητικό πόνο από την παιδική της ηλικία.

Έπειτα από δεκατρείς χειρουργικές επεμβάσεις και πολυάριθμες θεραπείες, μεταξύ των οποίων νευροδιεγέρτες, ενδοφλέβια κεταμίνη και ισχυρά οπιοειδή, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα.

Το νέο καθεστώς δεν αφορά την ελεύθερη πώληση κάνναβης ούτε τη χρήση της μέσω καπνίσματος. Τα σκευάσματα θα διατίθενται αποκλειστικά από νοσοκομειακά φαρμακεία, κατόπιν συνταγογράφησης από εξειδικευμένους γιατρούς, όπως ογκολόγους, αιματολόγους, αναισθησιολόγους και ειδικούς στη θεραπεία του πόνου.

Η παραγωγή βασίζεται σε συμπυκνωμένα εκχυλίσματα, των οποίων η σύνθεση θα προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε ασθενούς. Καθοριστικό ρόλο έχουν δύο βασικές ουσίες της κάνναβης: η τετραϋδροκανναβινόλη (THC), η οποία διαθέτει ψυχοδραστικές ιδιότητες, και η κανναβιδιόλη (CBD), η οποία δεν προκαλεί την ίδια ευφορική επίδραση.

Η εταιρεία Curaleaf ήταν η πρώτη που καταχώρισε στην AEMPS δύο σχετικά σκευάσματα, τα CAN-1 και CAN-2. Το πρώτο έχει μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε THC και το δεύτερο σε CBD. Θα διατίθενται χωριστά, ώστε οι νοσοκομειακοί φαρμακοποιοί να μπορούν να προσαρμόζουν τις αναλογίες σύμφωνα με τις οδηγίες των γιατρών.

Σύμφωνα με τη διοίκηση της εταιρείας, η αρχική διανομή αναμένεται να καλύψει περίπου 50 δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία, με σταδιακή επέκταση καθώς θα αυξάνονται οι παραγγελίες.

Η AEMPS διευκρίνισε ότι τα νοσοκομεία δεν χρειάζονται πρόσθετη ειδική άδεια για την προμήθεια των εγκεκριμένων εκχυλισμάτων, καθώς το κανονιστικό πλαίσιο βρίσκεται ήδη σε ισχύ. Η έναρξη της χορήγησης εξαρτάται πλέον από την οργάνωση κάθε νοσοκομείου.

Στις μονάδες αντιμετώπισης πόνου, οι ειδικοί υποδέχονται την εξέλιξη ως μια πρόσθετη θεραπευτική δυνατότητα, χωρίς ωστόσο να υπόσχονται θεαματικά αποτελέσματα.

Ο Κάρλος Τορνέρο, επικεφαλής της Μονάδας Πόνου του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Βαλένθια, εξηγεί ότι στόχος είναι η βελτίωση της ποιότητας ζωής, της λειτουργικότητας και του ύπνου των ασθενών, παράλληλα με την πιθανή μείωση της έντασης του πόνου.

Όπως επισημαίνει, ένας άνθρωπος που πονά καθημερινά μπορεί να εμφανίζει άγχος, ευερεθιστότητα, αϋπνία και γενικευμένη δυσφορία. Τα νέα σκευάσματα δεν αναμένεται να εξαλείψουν αυτομάτως αυτά τα προβλήματα, αλλά μπορούν να αποτελέσουν ακόμη μία επιλογή όταν οι υπόλοιπες θεραπείες δεν επαρκούν.

Στους πιθανούς υποψήφιους περιλαμβάνονται ασθενείς με νευροπαθητικό πόνο μετά από έρπητα ζωστήρα, διαβητική νευροπάθεια, επίμονο πόνο μετά τη χημειοθεραπεία και ορισμένες μορφές καρκινικού πόνου.

Οι γιατροί υπογραμμίζουν, πάντως, ότι η φαρμακευτική κάνναβη δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια ολοκληρωμένη θεραπευτική προσέγγιση, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει φυσικοθεραπεία, άσκηση, άλλες φαρμακευτικές αγωγές και εξειδικευμένες παρεμβάσεις.

Απαραίτητη είναι επίσης η προσεκτική αξιολόγηση του ιατρικού ιστορικού, ιδιαίτερα σε ασθενείς με διαταραχές χρήσης ουσιών ή σοβαρές ψυχιατρικές παθήσεις, καθώς η THC μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες και να επιδεινώσει ορισμένες καταστάσεις.

Στην ογκολογία, η φαρμακευτική κάνναβη αναμένεται να αξιοποιηθεί κυρίως σε ασθενείς που εξακολουθούν να εμφανίζουν ναυτία και εμετούς παρά τις καθιερωμένες αντιεμετικές θεραπείες.

Η ογκολόγος Άνα Μπλάσκο, εκπρόσωπος της Ισπανικής Εταιρείας Ιατρικής Ογκολογίας, τονίζει στην «Ελ Παϊς» ότι τα τυποποιημένα σκευάσματα προσφέρουν μια πρόσθετη επιλογή για επιλεγμένους ασθενείς, αλλά προειδοποιεί ότι η επιστημονική τεκμηρίωση παραμένει περιορισμένη για αρκετές χρήσεις τους.

Ορισμένες μελέτες δείχνουν πιθανή βελτίωση του ανθεκτικού πόνου με συνδυασμούς THC και CBD, όμως η βεβαιότητα των αποτελεσμάτων είναι χαμηλή. Άλλες έρευνες δεν έχουν καταδείξει ουσιαστικό όφελος σε συγκεκριμένες κατηγορίες σοβαρού πόνου.

Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί συνιστούν έναρξη με χαμηλές δόσεις, σταδιακή προσαρμογή, τακτική παρακολούθηση και έλεγχο πιθανών αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα.

Η σταδιακή εφαρμογή του νέου συστήματος θα απαιτήσει και εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας. Εκπρόσωποι ασθενών εκφράζουν ανησυχία ότι η περιορισμένη εξοικείωση ορισμένων γιατρών με τα κανναβινοειδή ενδέχεται να καθυστερήσει την πρόσβαση στις θεραπείες.

Παρά τις επιφυλάξεις, η εξέλιξη θεωρείται σημαντική, επειδή μεταφέρει τη χρήση της φαρμακευτικής κάνναβης από την ανεπίσημη αναζήτηση προϊόντων σε ένα οργανωμένο σύστημα ιατρικής συνταγογράφησης, ποιοτικού ελέγχου και παρακολούθησης.

Για τους ασθενείς που έχουν εξαντλήσει τις καθιερωμένες επιλογές, η δυνατότητα πρόσβασης σε ένα τυποποιημένο και ελεγχόμενο σκεύασμα αποτελεί ουσιαστική αλλαγή. Το αν και σε ποιον βαθμό θα βελτιώσει την καθημερινότητά τους θα εξαρτηθεί από την αποτελεσματικότητα των θεραπειών, την προσεκτική επιλογή των δικαιούχων και τα δεδομένα που θα συγκεντρωθούν από την κλινική εφαρμογή τους.