Στη σύνοδο κορυφής της Κοινοπολιτείας αυτήν την εβδομάδα στην Αντίγκουα, η ιστορία της Βρετανίας και το αυτοκρατορικό της παρελθόν βρίσκονται για άλλη μία φορά στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Τον 20ό αιώνα, αυτή η χαλαρή ένωση πενήντα έξι κρατών, που διατηρούν συμβολικούς δεσμούς με το Λονδίνο, αποτέλεσε το αντίδοτο στην πτώση της αυτοκρατορίας. Τα περισσότερα κράτη-μέλη είναι πρώην αποικίες, ενώ συνολικά δεκαπέντε αναγνωρίζουν ακόμη τον βασιλιά Κάρολο ως αρχηγό του κράτους.
Εδώ και χρόνια, τα κράτη της Καραϊβικής και της Αφρικής απαιτούν «επανορθώσεις» για το διατλαντικό εμπόριο δούλων, τη βίαιη μεταφορά και εκμετάλλευση εκατομμυρίων Αφρικανών από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα. Οι απαιτήσεις κυμαίνονται από μία επίσημη συγγνώμη έως χρηματικές αποζημιώσεις δισεκατομμυρίων στερλινών. Φέτος, περισσότερο από ποτέ, το ζήτημα κυριαρχεί στις πολιτικές αντιπαραθέσεις γύρω από τη σύνοδο.
Ο Αντι Μπέρναμ δήλωσε πως είναι ανοικτός στο ενδεχόμενο μιας επίσημης συγγνώμης, αν και ήδη από το 1840 ο πρίγκιπας Αλβέρτος είχε χαρακτηρίσει το δουλεμπόριο «το μελανότερο στίγμα της πολιτισμένης Ευρώπης». Παράλληλα, ο πρωθυπουργός αρνείται κάθε χρηματική αποζημίωση, όχι όμως και τη βοήθεια για την αναδιάρθρωση του χρέους ορισμένων από τις φτωχότερες χώρες της Κοινοπολιτείας. Ο υπουργός Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ προχώρησε παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι μία συγγνώμη θα μπορούσε να συμβάλει στην οικοδόμηση «ισχυρότερων σχέσεων», χωρίς όμως να διευκρινίζει με ποιον ακριβώς τρόπο θα γίνει αυτό.
Στην απέναντι όχθη, η νιγηριανής καταγωγής αρχηγός των Συντηρητικών Κέμι Μπάντενοκ κατήγγειλε το εγχείρημα ως «ομφαλοσκοπικό περισπασμό», τονίζοντας πως η δουλεία ήταν κακό «στο οποίο συμμετείχαν λαοί κάθε ηπείρου», υπαινισσόμενη και τη συμμετοχή αφρικανών ηγεμόνων και εμπόρων στην πώληση αιχμαλώτων σε ευρωπαίους δουλεμπόρους. Ο Φάρατζ, κάπως προβλέψιμα, ανακοίνωσε πως το κόμμα του θα σταματήσει την έκδοση νέων θεωρήσεων εισόδου σε πολίτες χωρών που διεκδικούν επανορθώσεις.
Στη μέση αυτής της πολιτικής θύελλας στέκει ο βασιλιάς Κάρολος, σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Στην εναρκτήρια ομιλία του, στο πλαίσιο της συνόδου κορυφής, χαρακτήρισε το δουλεμπόριο «τερατώδη αδικία» και μίλησε για ένα «ντροπιαστικό» κεφάλαιο του παρελθόντος, το οποίο του προκαλεί «βαθύτατη προσωπική θλίψη». Δεν μπορεί, όμως, να ζητήσει συγγνώμη χωρίς την έγκριση της κυβέρνησης. Ετσι, ο βασιλιάς παραμένει παγιδευμένος ανάμεσα στη συγκινησιακή πίεση και τη συνταγματική του σιωπή, εκφράζοντας μόνο «θλίψη».
Προφανώς, οι ιστορικές ευθύνες της Βρετανίας για την απεχθή πρακτική του δουλεμπορίου είναι αδιαμφισβήτητες. Το ίδιο όμως και η γενναία απόφασή της, το 1807, να απαγορεύσει το δουλεμπόριο και στη συνέχεια να αναλάβει μια πολυδάπανη ναυτική εκστρατεία για την καταπολέμησή του στον Ατλαντικό. Από το 1808 έως το 1869, η βρετανική μοίρα της Δυτικής Αφρικής κατέλαβε περισσότερα από 1.600 δουλεμπορικά πλοία και απελευθέρωσε περίπου 150.000 Αφρικανούς.
Ισως η Βρετανία να μην έχει πλέον κανένα όφελος από αυτήν την ένωση. Η σημερινή Κοινοπολιτεία έχει δυστυχώς μεταβληθεί σε έναν μηχανισμό πικρίας, μέσα στον οποίο ηγέτες της Καραϊβικής και της Αφρικής προσπαθούν, ουσιαστικά, να αποσπάσουν από το Λονδίνο χρήματα, συχνά για να συγκαλύψουν τις δικές τους διαχειριστικές ανεπάρκειες πίσω από το βολικό πέπλο της ιστορικής ενοχής. Αλλωστε, αν η Βρετανία θέλει μια ουσιαστική κοινότητα αγγλόφωνων εταίρων, έχει ήδη τους συμμάχους που χρειάζεται: τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, κράτη που δεν προσέρχονται στο τραπέζι με τον λογαριασμό της Ιστορίας στο χέρι.
Η realpolitik, την οποία οφείλουν να ακολουθούν οι πολιτικοί ηγέτες προς όφελος των λαών τους – ιδιαίτερα στο πλαίσιο μιας δύσκολης και απρόβλεπτης διεθνούς συγκυρίας –, επιτάσσει το ζύγισμα κάθε σχέσης και συμμαχίας με γνώμονα το συμφέρον. Ετσι, μία ένωση που προσφέρει απλόχερα κυρίως ενοχές και λογαριασμούς δύσκολα δικαιολογεί το κόστος της, όση «ήπια ισχύ» κι αν θεωρητικά προσφέρει. Ο λογαριασμός της Ιστορίας, όσο κι αν πονά, δεν εξοφλείται φυσικά με τη διάλυση μιας λέσχης, αλλά ίσως η λέσχη να έχει, έτσι κι αλλιώς, ξεπεράσει τον σκοπό της.
Ο Ιωάννης Χουντής ντε Φάμπρι είναι ιστορικός των ιδεών, συγγραφέας και σύμβουλος στη Βουλή των Λόρδων